Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010



Άλικο σώμα

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι τη διαφυγή…

Δεν μπορώ να σου μοιάσω 
Αδελφέ μου άνεμε
Συμπαγής είμαι
Και πιο φθαρτός
Πιο δοκιμασμένος
Απ’όσο φαίνομαι…

Σε μακέλεψε 
Το ξέρω
Το χαμόγελό της
Έσπασε ο καθρέφτης σου
Και αποφεύγεις τα θραύσματα
Που σε ματώνουν…

Όπου πατάς πια
Είναι τα ίχνη της
Και αρκέσου 
στην ανάμνηση ενός κόσμου
Που δεν στερεώθηκε ποτέ στο άδολο βλέμμα…

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι την υπεκφυγή…
Είμαι νοητός
Κι όμως ένσαρκος
Κι επιτέλους
Με αγγίζω
Και νιώθω πως πονάω…

Σε νίκησε
Το χαίρομαι
Η ζεστασιά της
Απλωνόσουν
Σαν καταχνιά 
Στη κάθε λέξη
Στη κάθε ανάσα μου
Και έχεις τώρα συρρικνωθεί
Σε ένα τόσο δα μικρό
Θαυμαστικό!

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Σε φιλοξενώ…

Αγνόησε τα σημάδια
Στο μαρμάρινο δέρμα μου
Αγνόησε τις λαιμητόμους
Στους ψιθύρους
Του αίματος
Αγνόησε τις στοιχειωμένες λίμνες
Στις σιωπές μου…

Αγκάλιασέ με μόνο
Κλείσε με στις παρενθέσεις
Της αποδοχής σου

Και νιώσε με που γεννιέμαι ξανά
στην επόμενη  
ζωντανή σου λέξη…

Ιαν2010

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010




Επικοίτιο άσμα

Προχώρησε δειλά η ψυχή μου
Στις όχθες της δικής σου
Κι έμοιαζες με λαμπερό ποτάμι
Που κατεβαίνει από΄να αρχαίο βουνό
Μυστικά και αθέατα
Δροσίζοντας
Δίνοντας ζωή
Σε κάθε τι ολόγυρα

Κι έσκυψε το είναι μου
Να πιει απ΄το δικό σου
Αθανασία να τρυγήσει
Απ’τη δική σου
Κι είχες τα χρώματα
Κι είχες τις μελωδίες
Κι είχες τις μυρωδιές
Και τις ανάσες
Της αγάπης μας…

Τόσο η ψυχή μου δονήθηκε
Τόσο το είναι μου σκίρτησε
Που το ιερότερο άσμα της Δημιουργίας
Απλώθηκε σαν μπέρτα υπέροχη
Στ’ακροδάχτυλα του Απείρου
Μας έντυσε ηδονικά

Και γίναμε ένα…

Σεπ 2009

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010



Οι Επτά Πύλες του Ιχνηλάτη


Η Πρώτη θα είναι φτιαγμένη από πλίνθους...

Και ο φύλακας θα είναι ένα γυμνό παιδί. Θα σε ρωτήσει σοβαρά:
«Ποια είναι η ουσία του κόσμου;» και θα πρέπει να απαντήσεις:
«κείνο που αντικρίζω κάθε πρωί στα μάτια της»
και θα σ' αφήσει να περάσεις.


Και η Δεύτερη θα είναι φτιαγμένη από φύλλα δρυός...

Και ο φύλακας θα είναι μια νέα κοπέλα. Θα σε ρωτήσει χαρούμενα:
«Τι υπήρχε πριν από σένα;» και θα πρέπει να απαντήσεις:
«Εγώ»
και θα σ' αφήσει να περάσεις


Και η Τρίτη θα είναι φτιαγμένη από πέτρα...

Και ο φύλακας θα είναι ένας Σειληνόs
Θα σε ρωτήσει παιγνιδιάρικα:
«Ποιος έφτιαξε την Ονειροχώρα;»
και θα πρέπει να απαντήσεις:
«Η ποίηση, ο φόβος και ο έρωτας»
και θα σ' αφήσει να περάσεις


Και η Τέταρτη θα είναι φτιαγμένη από Φωτιά...

Και ο φύλακας θα είναι μια γερόντισσα καμπουριασμένη.
Θα σε ρωτήσει αυστηρά:
«Τι'ναι κείνο που τώρα πια αρνούμαι να κοιτάξω;» και θα πρέπει να απαντήσεις:
«Όσα δεν έζησες γεμάτη αγάπη»
και θα αφήσει να περάσεις

Και η Πέμπτη θα είναι φτιαγμένη από Ομίχλη...

Και ο φύλακας θα είναι ένας γελωτοποιός.
Θα σε ρωτήσει γελώντας περίεργα:
«Ποιος είναι ο ήχος του θανάτου;» Κι εσύ θα γελάσεις τρανταχτά.
Και θα αφήσει να περάσεις


Και η Έκτη θα είναι φτιαγμένη από Σκοτάδι...

Και ο φύλακας θα είναι ένα ασώματο Τίποτε.
Θα σε ρωτήσει ψιθυρίζοντας:
«Τι αρκεί για να υπερβείς τον εαυτό σου;»
και θα πρέπει να τον προσπεράσεις σιωπηλός
και θα σ' αφήσει να περάσεις

Και η Εβδόμη θα είναι φτιαγμένη από τη σάρκα σου...

Και ο φύλακας θα είναι ο εαυτός σου.
Θα σε ρωτήσει χωρίς τα χείλη να κινούνται:
«Γιατί θέλεις να σ' αφήσω να περάσεις;» και θα απαντήσεις:
«Γιατί είναι αμέτρητες ακόμα οι Πύλες που είναι αόρατες και περιμένουν»
και θα είσαι εσύ που θα περάσεις ανεμπόδιστα προς τη Μοναξιά...

08/04/2000

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010



sensorium dei

ο θεός είναι ένα μικρό, κάτασπρο βότσαλο
σε μια παραλία με μαύρη άμμο
κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τη σημασία του εκεί
και κανείς δεν ξέρει αν τούτο το ασυμβίβαστο άσπρο στόμα
στο εβένινο πρόσωπο του αγνώστου
αναπνέει

ολόγυρά του
ίχνη από πέλματα
κανείς δεν ξέρει τα δικά του
κανείς δεν έχει βλέμμα
ολόγυρά του
παρουσία ζωής
και απουσία ζωντανών
ολόγυρά του
ούτε ένα χέρι συμπόνιας
ούτε ένα βλέμμα απαξίωσης
ούτε μια ρυτίδα χρόνου

ολόγυρά του
ούτε μια σκέψη
θετική ή αρνητική

και κανείς δεν ξέρει αν τούτο το λευκό φιλί
στο μαύρο πρόσωπο του απείρου
έχει την αγωνία της ύπαρξής του
αν έχει την μοναξιά της φυλακής του
κι αν ήθελε
κι εμείς να ξέρουμε

πως ανασαίνει…

αυγ2010

Άγιν

«Το Απόλυτο Τίποτα υπάρχει μέσα στην έννοια της ανυπαρξίας του και διαθέτει τη μεγαλύτερη οντότητα απ’όλα τα όντα στον κόσμο, ωστόσο, όντας ανύπαρκτο είναι απλό κι εφόσον όλα τα απλά πράγματα είναι περίπλοκα σε σύγκριση με την απλότητα, έτσι κι αυτό σε σύγκριση με την οντότητα των άλλων πραγμάτων, ονομάστηκε Τίποτα ή Απόλυτο Τίποτα… Άγιν»

Δαυίδ μπεν Αβραάμ χα Λαβάν
[Μασορέτ χα Μπερίτ, τέλη 13ου αιώνα]


Ζητήσαμε νερό
από την άγνωστη
Αρχαία Πηγή
και ξαποστάσαμε στο Άφατο
είκοσι χιλιάδες αιώνες αργότερα
κι όμως ακόμη
διψασμένοι σαρκωνόμαστε

Ο Ανεκδήλωτος
πονούσε
εξέπνεε Χώρο
εκσπερμάτωνε Χρόνο
στροβιλιζόταν
τα εβένινα πέπλα Του
μέσα στις εσχατιές Του
εκδίπλωνε
αιμορραγούσε
κύματα Απείρου
και άκτιστο Φως…

Ζηλέψαμε το Ένα
γιατί πολλαπλοί χτιστήκαμε
στο διηνεκές χορεύουμε
του Μοναδιαίου εραστές
την ηδονή του Ακέραιου
στις μνήμες κρατήσαμε
ένας αρχέγονος πόθος
ακόμα καίει τη ψυχή μας
πυρπολημένοι
από γαλαξίες και στερεώματα
φιλοξενούμε ερειπωμένα σύμπαντα
και ρημαγμένους ήλιους

Στη Ρίζα των Ριζών
ο Δίχως Αιτία
ο Άχρονος
εκτάθηκε για τελευταία φορά
πραγματικότητες
αναρίθμητες ουσίες
μουσικές παράξενες
παρανοϊκά ξεσπάσματα
ερωτευμένων άστρων
παραληρήματα φωτιάς
και καταρράκτες Νύχτας
μονομιάς δημιουργήθηκαν
η μπέρτα του Είναι
υπέροχα αναπτύχθηκε
ωκεανοί από Αγάπες
και Αίμα
του Αδάμ-Κάδμου τα οστά
της Εύας οι νευρώνες
αχθοφόροι της σάρκας
εμείς
φύλακες και πολεμιστές
αναπνεύσαμε τη Πρώτη Αυγή…

Εκατομμύρια Χθες
πριν απ’το Αύριο
ικετέψαμε λίγη αθανασία
απ΄τον άσπλαχνο Πατέρα
κι όμως ακόμη
σάρκινοι
φθαρτοί
ενδεείς και πένητες
μανδυοφόροι σεσηπότες μάγοι
και Προμηθείς σακάτηδες
στον Καύκασο του εαυτού
κάθε που ξημερώνει το χαμόγελο
στο ηττημένο πρόσωπό μας
σταυρωμένοι αναλωνόμαστε
και στον αρχαίο μας θάνατο
μυστικά
εμμονικά
κι ερωτικά
ξαναγεννιόμαστε…

Αυγ 2009

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010




Μαθαίνω…

Ο κόσμος
έχει ένα αλμυρό χαμόγελο
σαν όστρακο πάνω στην αρχαία πέτρα
και μια ρυτίδα από έρωτα
που κρυώνει στο χρόνο

με ρωτάει στο χθες ο άγνωστος άνθρωπος
ποιο τίμημα έχει η αναλγησία
και’γω δεν ξέρω να κοιτάξω το στερέωμα
παρά μονάχα να σιωπώ…

η θάλασσα
έχει το χρώμα του οινοπνεύματος
και την οσμή του πένθους

με ρωτάει στο σήμερα
ο άγνωστος θεός
ποια γεύση έχει η αθανασία
και’γω δεν ξέρω να διαβάσω τον πόνο
κι έτσι σιωπώ…

έχει ο ουρανός
το χρώμα της νεκρής φωτιάς
και τη στυφή ανάσα του αιώνιου

με ρωτάει στο αύριο
ο άγνωστος εγώ
ποιο είναι το αίμα της ελπίδας
και’γω δεν ξέρω να κρύψω
τα δάκρυα που πικραίνουν τα χείλη
κι έτσι
μαθαίνω πως είναι πάντα να σιωπώ…

Νοε 2009