Κυριακή 24 Μαρτίου 2013





Απελάτες

Εδώ
στα ειναικά μου σύνορα
τους περιμένω

ακρίτης
στο φυλάκιό μου
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου
ιεροφύλακας
το αρχαίο νεύμα προστατεύω
το φιλί της θάλασσας με το στερέωμα
ονειρεύομαι
της Μάνας τον μυστικό Γάμο με το Αιώνιο
στοχάζομαι
τραγουδώ
παλεύω να κατανοήσω

από τα σπλάχνα μου θα βγει το τέρας
μια μέρα να ορθώσει ανάστημα μπροστά τους
εκείνοι θα το τοξεύουν από μακριά
κι εκείνο θα ουρλιάζει κάτω απ’τη λάβα του εσπερινού
και θα νικιέται πάντα
και πάντα θα σηκώνεται

εδώ
στο ακροτελεύτιο σύνορο
της ιαχής μου
τους περιμένω

με την προβιά του πρώτου ανθρώπου
σκεπάζομαι τα βράδια
με την ανάσα των νεκρών συντρόφων
με παρηγορώ τα πρωινά

μόνος δεν είμαι
και ολόκληρος μαθαίνω
ένα προς ένα
όλα τα ονόματα του ήλιου
που με στεφανώνει…

μαρ2013


Kaven Hosseini
Steppenwolf

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013




Απέναντι

Μια σπουδαία ευκαιρία
να περάσουμε το ποτάμι
να πάμε απέναντι
απέναντι είναι όλα αυτά που ονειρευτήκαμε
απέναντι είναι όλα εκείνα που φανταστήκαμε
να περάσουμε τούτο το ποτάμι
το ποτάμι της θλίψης
το ποτάμι της ανάγκης…

Μια μεγάλη ευκαιρία
να δούμε επιτέλους τον εαυτό μας
πώς είναι ολόκληρος
πώς είναι ακέραιος
πώς είναι «πραγματικά» ο εαυτός μας
όχι τούτος ο μικρόσωμος που μας φορτώσανε
όχι τούτος ο αναιμικός που κουβαλάμε
μα ο άλλος, ο αληθινός
ο ηρωικός εαυτός μας
απέναντι
στην απέναντι όχθη…

Μια σπουδαία ευκαιρία
να γιορτάσουμε την υπέρβασή μας
επιτέλους δικαιώθηκε η ζωή μας
και περιεχόμενο έχει
αυτό που πάντα πιστεύαμε
μονάχα ένα εμπόδιο έχει απομείνει
τούτο το στενό ποτάμι να διαβούμε
δέκα, είκοσι, σαράντα βήματα
να γίνουμε ό,τι ήταν να γίνουμε
να ορθώσουμε το ανάστημά μας
μονάχα λίγα βήματα
εκατό, διακόσια, χίλια τόσα…

Μια τελευταία ευκαιρία
πριν ο καιρός μας τελειώσει
στην απέναντι όχθη
ένας άλλος κόσμος
ένας άλλος εαυτός
όχι αυτός εδώ που χρόνια και αιώνες
σαν αλυσίδα σέρνουμε μαζί μας
όχι αυτή η άθλια, φτωχή σκιά
η σκοτεινιά του είναι μας
ένας άλλος άνθρωπος
ένας άλλος εαυτός
ναι, ένας άλλος
ολόφωτος, αθάνατος εαυτός!

απέναντι
στην απέναντι όχθη…


07/03/2006


Solos
Mikael Lastra



Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013




Τοπογράφος

Ζητούσα επίμονα απ’το φακό
να δει
να καταγράψει
ό,τι δεν έβλεπα εγώ
με τους κοχλίες εστίασης
έφερνα πιο κοντά μου τους ανθρώπους
στεκόμουν με άνεση
πάνω στα χείλη της άγνωστης κοπέλας
πάνω στα μαλλιά του γέροντα
πάνω στο λερωμένο πουκάμισο
ενός διαβάτη

και ο φακός με υπηρετούσε σιωπηλά
αδιαμαρτύρητα
καθώς εγώ στεκόμουν στην ασφάλειά μου
παρατηρητής
ενός κόσμου που με αγνοούσε
και με παράξενη ηδύτητα
τον αγνοούσα κι εγώ…

και κάποια μέρα
ο φακός γύρισε προς το μέρος μου
εστίασε πάνω μου
και η επαφή με το απροσδόκητο
με ξάφνιασε
κι έπαψα ν’αγγίζω το ταχύμετρο

που ήταν πια κρύο
και αυστηρό
και απάνθρωπο

σαν ανακριτής…


Μαρ2013

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013






Σεντόνι αθανασίας

Σε ένιωθα δίπλα μου να ανασαίνεις
Κι ένα σεντόνι
Από ιστούς αθανασίας
Απλώθηκε στο δωμάτιο
Στη ζωή μου
Σε όλο μου το είναι

Πως θα μπορούσα να ακινητήσω τη στιγμή
Σε τούτη την ευλογία;
Μονάχα να το αισθανθώ
Και να το απολαύσω
Δεν μου αρκεί
Δεν με πληρώνει…
       
Σε έσφιξα πιο δυνατά
Να συντονίσω το παλμό σου
Με τον δικό μου
Να γίνουμε για λίγο
Ένας στεναγμός
Να έχει η φθορά
Μια μάχη επιτέλους
χαμένη…
       
Το ξέρω
Θα βλέπω τούτο τον ιστό
Να αργοπεθαίνει
Δίπλα σου
Και να διαλύεται σε χιλιάδες
Ήλιους μεταξιού
Ώσπου να αποφασίσω
Ν’ ασπαστώ το Ημαρ της Ανάγκης
Και να το φιλοξενώ
Στο πιο αθέατο μόριό μου
Για να ξεγελιέμαι
Ότι τάχα
δεν υπάρχει…

       
Μάης 2009


'Sailing'
Ursula

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013




Εκτόπλασμα

φεύγοντας
ξέχασες τα χέρια σου
και νέκρωσε το άγγιγμά τους

ως και στα πράγματα
ως και στο χρόνο

αναζητώντας λίγο αίμα
απ’τ’ακροδάχτυλά σου
ένιωσα μονάχα το δικό μου
να ρέει καυτό
σαν εκτόπλασμα
στ’αποτυπώματά σου

φεύγοντας
ξέχασες το βλέμμα σου

κι ό,τι αγγίζω πια
ή με αγγίζει

είναι φωνές και ήχοι
σαν ίχνη αρνητικής εκτύπωσης
φτωχά ομοιώματα
απ’όσα είδες στη ζωή σου…

Φεβ 2013

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013




Λάμψη


Όμορφοι άνθρωποι

σπρωγμένοι
από έναν άνεμο - ουρλιαχτό
ριγμένοι κατάχαμα
που με ζήλια αστράφτει στο βλέμμα τους
η λάμψη
από το σπάσιμο της αλυσίδας
στον καρπό του αδελφού τους…

κι εκείνοι απλώς χαμογελούν
από αιώνες σιωπηλοί
κι όμως φλυαρούν
στα ρείθρα των πεζοδρομίων
στα παγκάκια των πάρκων
στα λεωφορεία με τις φθαρμένες θέσεις
στις καφετέριες με τις κρύες καλησπέρες…

όμορφοι άνθρωποι

επιτάφιοι που περιφέρονται
περήφανοι
και αλαζόνες
μοσχοβολούν
με άνθη νεκρά
στα στομάχια τους…


Φεβ13


I still got the blues for you
© Reggy

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013




Ποταμός

της κράτησε το χέρι
και άρχισε να της μιλά

"πολλές είναι οι φορές που στάθηκα αναποφάσιστος
διλημματικός
στον κόμβο ενός Υ
και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να ακολουθήσω το δεξί
ή το αριστερό σκέλος...

είχα βλέμμα και για τα δυο
είχα ενέργεια
είχα 'παύση' αρνήσεων
καμιά εσωτερική αντιπολίτευση...

αναρωτιόμουν
πώς επιλέγει κανείς;

πως 'διαλέγει';

ή ποιος τον διαλέγει
ποιος επιλέγει για λογαριασμό μας;

ήρθε η μέρα που
άκουσα και κάτι... καινούργιο
κάτι παράξενο, κάτι πρωτόφαντο
έναν... παφλασμό...
κάτω απ'τα πόδια μου...

λες και το έδαφος έβραζε
λες και η γη ετοιμαζόταν να υγροποιηθεί
να γίνει μια ρευστή απεικόνιση της αντίληψης...
μια ποιητική απόδοση της πραγματικότητας...

φοβήθηκα...

κι ύστερα
σαν από κάποιο μεγα-προβολικό μηχάνημα
τον... είδα

έτρεχε, υπέροχα αφρισμένος
μπροστά μου
κάτω μου...

ένας ποταμός!

από που ερχόταν;
που πήγαινε;

το συναίσθημα δεν ήταν απλά λυτρωτικό
ήταν μια διάνοιξη όλης της ύπαρξης
μέθεξη!

λες και υπήρχαν χιλιάδες μικροσκοπικά άλογα
που οι χαίτες τους ανέμιζαν
τα νερά του κάλπαζαν μπροστά...

και ακολουθούσαν την πορεία
που θα έπαιρνα

έτσι κι αλλιώς!"

"και...  τι έγινε μετά;" τον ρώτησε

"δεν κράτησε πολύ τούτη η εμπειρία
κράτησε ίσως όσο μπορούσα να την αντέξω...

κατάλαβα...

αντιλήφθηκα...

τούτη είναι η αληθινή μύηση
να δεις κάποτε
να αξιωθείς να δεις
τον δικό σου υπόγειο ποταμό
να τον ακούσεις
να τον υποδεχτείς
να μην τον φοβηθείς!

εκεί
το Μέγα Αρσενικό που βρυχάται την διαιώνιση
εκεί
το Αιώνιο Θηλυκό που γονιμοποιεί το Άπειρο
εκεί όλες οι πρωτοπηγές του παραδείσου
εκεί όλες οι Υγρές Φωτιές της κόλασης
εκεί όλο το διανόημα του γνωστού
και τα κατηγορήματα της σκέψης

εκεί ο μελαγχολικός στοχασμός του φιλοσόφου

η ανάσα του ποιητή
καθώς αφουγκράζεται το είναι του
εκεί
η περιπέτεια του ασκητή
στο απειροδιάστατο κελί του
εκεί
και το μοναχικό τραγούδι των αδελφών μας βάρδων
που κανείς ποτέ
δεν συγκρίθηκε μαζί τους
στην αποκοτιά
να προκαλούν το Απρόσιτο...

εκεί ο έρωτας

εκεί το λάθος
εκεί το πρώτο σου φιλί
εκεί ο ρόγχος του τέλους"

σταμάτησε για λίγο
κι ύστερα πάλι είπε...

"ναι...
να τον ακούσεις
να τον δεις!
κι ίσως
ίσως λέω
κάποια μέρα
να έχεις τα κότσια
ολόγυμνος
να βουτήξεις μέσα του
ολόκληρος!"

"κι αν αυτό... αν αυτό σημαίνει..."

"θάνατο;
όχι, δεν έχει τη φορεσιά του θανάτου
όλο αυτό το γιορτάσι...
ζωή
που όλα τα περιέχει
αλλά απαιτεί
το άλμα..."

έτσι της είπε
και έμειναν ώρα σιωπηλοί...

φεβ2012


"Raging Rush"

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013




Ήταν σοκαριστικό να τον ακούς…

Το απέραντο χυμούσε μέσα μου
Γινόταν ένα με τη σάρκα μου
Ένα με το αίμα μου
Το στερέωμα με τρυγούσε
Και δεν το αρνιόμουν
Δεν το φοβόμουν
ήθελα να γίνω αόρατος
και μαζί ορατός…

Υπήρχε η αποφορά του δέους
σε κάθε του λέξη, σε κάθε του ανάσα…

Το αδιανόητο με κατοικούσε
Γινόμουν ξενιστής του
Γινόμουν δέσμιος
Και φύλακάς του
Έπρεπε να μάθω
Να μάθω να ψελλίζω απ’την αρχή
Ως και τ’όνομά μου
Στη δική Του αρχαία γλώσσα
Έπρεπε να μάθω
Ν’ακούω την ύπαρξή μου
Μέσα απ’τη δική Του μουσική…

Τα χέρια του κρατούσαν το κεφάλι του
έσφιγγαν τα μηνίγγια του
Έκλαιγε
Αλλά δεν ήθελε το φαινόμενο να σταματήσει…

Το Υπέροχο με άλωνε
Ένα προς ένα όλα τα κύτταρά μου
Του παραδίνονταν
Γινόμουν η εταίρα του
Η πόρνη του
Με εκφύλιζε
Με εξαγόραζε
Και ήταν το μόνο που είχα τόσο πολύ ποθήσει
Από την αυγή της ζωής μου

Το Κοσμικό Διανόημα
Το Δέντρο
Ο Όφις και ο Κήπος
Η δίχως αρχή Αρχή Όλων
Με διαπερνούσε
Με έναν ασύλληπτο ρυθμό
Απλωνόταν μέσα μου
Δήωνε τις αντιστάσεις μου
Φυλάκιζε τις ενοχές μου
Με απελευθέρωνε…

Πάλευε να κρατήσει την καρδιά του
Να μην εκτοξευτεί απ΄το στήθος του

Ξέρω πως πια θα είμαι σιωπηλός
Αδελφέ μου
Αρχίζει εκείνο που δεν έχει όνομα
Να με βαφτίζει στο Ιχώρ του

Ανασαίνω το πρώτο Φως
Κι έχω τη γεύση όλων των ανήλικων ωκεανών
Της Δημιουργίας
Στα χείλη μου…

Αν θελήσω να πιω θα πεθάνω
Αν θελήσω να εισπνεύσω αναλώνομαι
Αν τολμήσω να εκπνεύσω…

Θα γεννηθώ ξανά
και δεν θα σε γνωρίζω...

Ιαν 2012


© Sarolta Bán

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013




Ο άνθρωπος γεννιόταν και πέθαινε μέσα στο προφανές…
Ο άνθρωπος ανάσαινε στο στοιχειώδες…

Ο άνθρωπος τοπογραφούσε το Γνωστό…

Ο άνθρωπος άνθιζε μέσα στην μοναχική του παράσταση…

Είχε αναλωθεί στην αέναη αρχειοθέτηση
Αρχειοθετούσε τον εαυτό του
Συνεχώς
Συνεχώς
Συνεχώς
Και δεν προχωρούσε, δεν πήγαινε πουθενά
Στην πραγματικότητα
Είχε ακυρώσει κάθε βηματισμό
Είχε απαλλοτριώσει οτιδήποτε διακύβευε το έργο του
Στην πραγματικότητα
Τούτη η αέναη κυκλοτερική επανάληψη της ίδιας λειτουργίας
Τον αφομοίωνε
Τον απομυζούσε
Τον μαράζωνε

Τον κρατούσε ασφαλή…

Ο άνθρωπος ήταν αιχμάλωτος της μόνης φιλοδοξίας του
Να αποτρέψει το άγνωστο
Να αποκλείσει κάθε ξάφνιασμα
Να γίνει η τέλεια μηχανή…

Κι ήταν κοντά
Πολύ κοντά στο να το καταφέρει

Κι όταν τον χτύπησε ο ριπαίος αιφνιδιασμός
Όταν τον πλημμύρισε η θάλασσα του απείρου
Όταν έχασε τις συντεταγμένες του
Όταν οι αγκυρώσεις του στο Γνωστό
Άρχισαν να καταργούνται
Μία μία
Πανικοβλήθηκε

Κι ύστερα
Αισθάνθηκε για πρώτη φορά εντός του
Μια διαφορετική αίσθηση
Μια κίνηση
Μια ζωντανή διεργασία

Άλλαζε

Κι όταν ο αρχειοθέτης πάγωσε
Κι όταν ο δεσμοφύλακας σιώπησε
Κι όταν ο μηχανικός ακινητοποιήθηκε

Ακολούθησε τη ροή
Και άρχισε να βιώνει…

Νοε2010


Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013





Ο Κάρλος φορούσε τα μάτια του αετού…

…η μέρα ερχόταν καταπάνω μου, είπε, η μέρα πετούσε, είχε βγάλει τα φτερά της Άρπυιας και άπλωνε πάνω μας τα καινούργια της φτερά… η μέρα είχε γίνει πια ένας ουρανόφις… ένας άγνωστος ήλιος την έκαιγε, ένας μοχθηρός χρόνος την έκλεβε… κι όμως, ερχόταν σαν πεινασμένη λύκαινα πάνω μας… να μας κατασπαράξει, να μας αλώσει…

Δεν ήσουν ανυπεράσπιστος από τη γέννησή σου κιόλας;

…δεν στεκόταν, δεν στεκόταν καμιά νύχτα στο παράθυρό μου, είπε, δεν σταματούσε εκείνη η ρυπαρή βροχή, όλα μου τα πρωινά σπατάλησα να καθαρίζω τη βροχή από το σπίτι μου και τις νύχτες, τις νύχτες φίλε μου εκείνη ξεκινούσε πάλι… τι απίστευτο σκουπιδαριό γέμισε τις πόρτες μας, τι μολυσμένα ταξίδια πότισε τα όνειρά μας…

Ο Κάρλος φορούσε τώρα τη μπέρτα του θεού-γύπα… κι έσταζε λάσπη στο πάτωμα…

…δεν στεκόταν σου λέω, καμιά ολοκάθαρη νύχτα δεν καταδέχτηκε το παράθυρό μου… αρπαγμένη από τα παλιόξυλα, τα σαπισμένα ξύλα της βροχής έβρισκα τη μέρα, κάθε αυγή… είπε, κάθε αυγή άρχιζα τη δουλειά, κάθε βράδυ περίμενα τη ρομφαία της βροχής να με σκοτώσει πάλι…

Ο Κάρλος γυμνός, διάβαζε τα σημάδια στο σώμα του…

…πενήντα εκατομμύρια χρόνια σ’αυτό το σώμα αδελφέ μου, αρχαίες λίμνες στέρεψαν, ποταμοί θρασείς και ατίθασοι αιμάτωσαν τα βουνά, πλάσματα παράξενα γέμισαν τις φωλιές της Γης, ήλιοι γεννήθηκαν και πέθαναν… κι αυτό το σώμα, ανασαίνει ακόμα σαν το στόμα της εκδίκησης που δεν κλείνει αν δεν πλημμυρίσει με ιχώρ φωτιάς… στον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί, σ’εκείνον το υπόσχομαι τούτο το σώμα, σαν μανδύα λέπρας… είπε… και αν περάσει ο τελευταίος χειμώνας πάνω απ΄την τελευταία άνοιξη των ανθρώπων, σε κείνον που θα γεννηθεί, σε κείνον υπόσχομαι τούτο το σώμα…

Ο Κάρλος προστάτευε σαν στοργική μητέρα τον μικροσκοπικό ήλιο στη χούφτα του…

…έκλεψα τούτο τον ήλιο απ’τα όνειρά μου αδελφέ μου…

Μόνον οι δειλοί, μόνον οι δειλοί Κάρλος αρνούνται το θάνατο του ήλιου… γιατί; Γιατί προσπέρασες τις αφετηρίες σου; Γιατί;

…φοβόμουν ότι θα οχυρωθώ για πάντα πίσω από τις ουτοπίες μου… αδελφέ μου, είμαι ένας γέροντας Σαμάνος, ορθώνω το ανάστημά μου στο στερέωμα και δεν πληγώνομαι… ανοίγω τις φτερούγες μου πάνω απ’τους γκρεμούς και ξέρω πως Εκείνο που δεν μιλάει, με βλέπει, Εκείνο που δεν θυμάται την αρχή Του, με θωρεί, με αναστατώνει… με οργώνει… μάθε απ΄την αρχή τις λέξεις, μάθε τις σου λέω γιατί τούτες που έχεις τελειώνουν και θα ξυπνήσεις ένα πρωί και δεν θα έχεις γλώσσα να περιγράψεις τον κόσμο…

Μηχανεύεσαι πάλι μια καινούργια απόδραση, γαλάζιε πολεμιστή;

Ο Κάρλος είχε κουρνιάσει στην αθέατη γωνιά του δωματίου και έψελνε…

...είναι ακατάληπτη τούτη η γλώσσα… δεν την ξέρεις, κανείς δεν την ξέρει αδελφέ μου… Σου λέω, πρέπει να ιδρύσεις μια καινούργια γλώσσα, πάρε τον εαυτό σου και γύρνα τον τα μέσα έξω… άσε τα εντόσθια της ήττας να πέσουν στο πάτωμα, άσε τα αχνιστά, βρώμικα σπλάχνα σου να χυθούν στο πάτωμα! Δεν τα χρειάζεσαι πια…

Με σκοτώνεις!

…εκείνα σε σκοτώνουν… και δεν έχεις πια γλώσσα για το θάνατο…

Ο Κάρλος ετοιμαζόταν να πετάξει…

…να, κράτησε τον μικρό μου ήλιο… άνοιξε τη χούφτα σου αδελφέ μου και πάρε τον… κλείστον καλά… είναι ένα ευαίσθητο, μικρό, νεογέννητο άστρο… μην τον υποσχεθείς στον εαυτό σου, μονάχα να τον φροντίζεις όσες αιωνιότητες θα λείψω…

Φεύγεις; Πάλι;

…αν δεν φύγω τώρα, δεν θα μπορέσω να δω τον εαυτό μου ποτέ ξανά… κάθε λεπτό κοντά σου η φθορά μου επιταχύνεται… όλα τρέχουν γρήγορα σε τούτο τον κόσμο, ως και η φθορά… κράτησε τον ήλιο… μην τον σπαταλάς… να τον φροντίζεις… είμαι εγώ!

Ο Κάρλος άνοιξε τα σάρκινα, υπέροχα φτερά του, μου έριξε μια παράξενη ματιά σαν να ερχόταν από τα έγκατα του αρχαίου του είναι.

και απλά πέταξε στο αύριο…

κάτι σπαρταρούσε στη χούφτα μου…

ο μικρός ήλιος είχε γίνει ένας νιογέννητος, λευκός αετός
και με κοιτούσε με δυο ήλιους – μάτια…


φεβ2012 

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013




Στην αίθουσα αυτή
τη μεγάλη
την πιο μεγάλη απ’το δικό τους στερέωμα
με τα βρώμικα καλοριφέρ να δουλεύουν στο φουλ
και με το σαπισμένο πιάνο
να έχει αρπαχτεί απ’τη λήθη τόσο δυνατά
που να μην μοιάζει πια
παρά με ένα κασόνι με παράξενο σχήμα…

τους άκουσα να συνομιλούν
-εδώ σου λέω, εδώ με βλέπω να γερνάω…
-σώπα, μην λες τέτοια λόγια…

Σ’αυτή την αίθουσα
την απέραντη
με την γεωμετρική της κανονικότητα
τόσο επί τόσο
χωρίς σπασίματα και αρχιτεκτονικές ευελιξίες
χωρίς υποστυλώματα στη μέση
χωρίς κρυφές γωνιές
αλλά με το φως να πεθαίνει στους τοίχους
και τους ανθρώπους να κοιτάζουν το φως

τους άκουσα να ανασαίνουν
-εδώ μέσα θα πεθάνουμε σου λέω… το ξέρω…
-μου μιλάς κι εγώ ακούω… πες μου όμως άλλα…
-δεν έχω άλλα… εδώ μέσα μονάχα ο θάνατος δεν παίρνει φάρμακα…

Σ’αυτή την αίθουσα
την τόσο μεγάλη
με τις φθαρμένες, άσχημες κουρτίνες
να κατεβαίνουν σα θυμωμένες Άρπυιες
και να ορμάνε στις ψυχές
και με τις ώρες

να μην περνάνε
να μην κυλάνε

τους άκουσα να σιωπούν…

εδώ μέσα
μονάχα ο θάνατος
δεν παίρνει φάρμακα…

ιαν2013

Beamer

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013




Συλλαβές αγάπης…


Το βραδινό φιλί σου
κρέμεται από το πρόσωπό μου
το αγγίζω απαλά
πονάω
στάζει έναν οργισμένο έρωτα
πάθος σταλάζει
απουσία

και νιώθω τις σταγόνες να δραπετεύουν στο πάτωμα

το βραδινό φιλί σου
γραπωμένες έχει ακόμα
μερικές λέξεις
μικρές ανάσες απ’το στόμα σου
κλεμμένες
ανάπηρες
απελπισμένες
αγκιστρωμένες στα χείλη μου
οι συλλαβές τρεμοσβήνουν στο πρωινό φως
αργοπεθαίνουν

παλεύω να τις κρατήσω ζωντανές

το βραδινό φιλί σου
δρόσισε τούτο το μοναχικό δωμάτιο
με συλλαβές αγάπης
καταλήξεις έρωτα
σύμφωνα ερεθισμένα
σερνικά
κι ερωτευμένα φωνήεντα
παιγνιδιάρικα
και θηλυκά
και μ’έναν τρόπο μαγικό
αληθινά στο λέω
μεταμορφώνονται ξανά
σε σώματα ονειρικά
όχι τεμαχισμένα πια
ολόκληρα
και φωτεινά

στο ταπεινό
δωμάτιό μου
δεν είναι υπέροχο;

εσύ κι εγώ ξανά…

Οκτ 2009


The Light Catcher
Self portrait using natural light

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013




Στρώμα  


Κυριακές στους τοίχους
γδέρναμε το φως
και γράφαμε για τη μοναξιά
χωρίς μελάνι, χωρίς μπογιά
μονάχα με ουρανό…

μια δρασκελιά χωρίζει
το δίκλινο του ζευγαρώματος
απ΄το μονόκλινο της απατηλής
αυτάρκειας

όμως για σένα
σκληρό θα έχω το στρώμα της μνήμης
πάντα
για να μην νιώσεις ποτέ επισκέπτης

κι έτσι
για να σ’εκδικούμαι

δεν θα σου επιτρέψω 
την πολυτέλεια της λησμονιάς...

ιουν2012

Headache...
© Toffeur