Σάββατο 3 Αυγούστου 2013




μην σταματάς να λαξεύεις το άγαλμά σου
Πλωτίνος



Εργαστήρι

Άρχισες δουλειά με το είναι σου
μικρός ακόμα
απαίδευτος
κι έπιασες να εργάζεσαι
πάνω στη πέτρα της ύπαρξης
με βλέμμα άδολο
με πνεύμα αμόλυντο
κι είχες για πρότυπό σου
μια αξόδευτη ψυχή
πώς να την προτυπώσεις
πώς να την αποδώσεις
ανάγλυφη
στερεωμένη
εύμορφη
απρόσμικτη

τις λέξεις έψαχνες
τα εργαλεία
διάβασες
μελέτησες
μόχθησες
ξενύχτησες πάνω
από ηρώων φωτιές
και ποιητών κραυγές
νύμφες χόρευαν
στο αρχαίο σου δάσος
και στάλαζαν οι ουρανοί
του κόσμου σου
οιμωγές Τιτάνων
και του Προμηθέα
το κοχλασμένο αίμα

απρόσιτος
θα πει κανείς
έγγλυφος
στο δώμα του εαυτού σου
όνειρος θεός
και δαιμόνων βλέμμα
αρπάχτηκες στου Χρόνου τις πόρπες
και αμάθητος που ήσουν
γκρεμίστηκες στα Τάρταρα
της ξιπασιάς σου
αλλά δεν έσβησες εκεί
ανάμεσα στις Άρπυιες
και στις Γραίες του Άδη
είχες στο νου σου
έν’άγαλμα
να φτιάξεις
με τα ίδια σου τα χέρια
ικέτεψες το Διόνυσο
κρασί ν’αρμέξει απ’τον παγκόσμιο πόνο
είχες μαζί σου την Εκάτη
κι αγνώριστος κυκλοφορούσες
νύχτες
στις ερημιές του νου…

σηκώθηκες
οι φλεγμονές σου
έχυναν πύο
τα μάτια σου
δάκρυζαν αίμα
κι όμως
σηκώθηκες

είχες ψυχή
ούρλιαζες
είχες μνήμη
και θυμήθηκες
είχες περπατησιά
και βάδισες
τη σκοτεινή ατραπό σου…

ορθώθηκες
έπιασες πάλι τη δουλειά
στο εργαστήρι του Ανθρώπου
ξανάρθες
αυτό το πρόπλασμα
σε περίμενε
ατελείωτο
λειψό
δεν είχες θάρρητα
να το κοιτάζεις
δεν είχες τόση ανάσα
για να το ζεστάνεις
κι όμως
σιγά σιγά
οι συλλαβές γυρίζαν
οι φθόγγοι
οι λέξεις
σχηματίζονταν ξανά
ερχόσουν πάλι
επέστρεφες

το φως που αρνήθηκες
εδώ είναι πάντα
δώσε στον κάθε χτύπο
του σφυριού
το χτύπο της καρδιάς σου
με το Αιώνιο συντονίσου
άλλο απ’αυτό δεν έχεις
αγάπησέ το!
Και το άγαλμα του είναι σου
ως το τέλος

Λάξευσέ το!



Φεβ 2010



“the tide”


Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013




Εύθραυστος

Κάποτε γνώρισα έναν άνθρωπο
εύθραυστο
σαν την πρωινή δρασκελιά της θάλασσας
είχε δυο χέρια
σαν πήλινες προσευχές
ζεστά και όμορφα
μα φοβόσουν να τα σφίξεις δυνατά
μήπως και σπάσουν…

περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους
και άφηνε ίχνη ζωηρά
χαμογελούσε
και η ανάσα του ζωγράφιζε ξανά τον κόσμο
κοιτούσε με ένα βλέμμα
που είχε την αλήθεια του πόνου
και την ιερότητα του χώματος

περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους
και η ευγένειά του χαράκωνε τη χυδαιότητα
σαν το διαμάντι το γυαλί…

κι όμως
τούτος ο απλός ουρανός
έγινε μεγάλος και απέραντος
έγινε μικρός και αθέατος

μια μέρα

τούτος ο δροσερός καημός
ανάσανε μια τελευταία φωτιά
και από τους πνεύμονές του
ξεχύθηκαν τα μικρά παιδιά
του Απείρου

και αγκάλιασε την ύπαρξή του
δυνατά
πολύ δυνατά

κι έσπασε σε μικροσκοπικά
υπέροχα

αστέρια…



Ιουλ2013



**+**

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013




Κορδόνι

Το μαύρο κορδόνι
Έγινε λευκό σχοινί
Τυλίχτηκε γύρω απ’το λαιμό
Και στον επιθανάτιο ρόγχο
Είδα τον κόσμο
Όπως αληθινά είναι

Είδα χέρια αποσαρκωμένα
Αιδοία και πέη ματωμένα
Είδα υγιείς λερωμένους με ζωή
Και αρρώστους πρησμένους
Απ’το σφρίγος του θανάτου
Είδα παιδιά σκελετωμένα
Και υπέρβαρους φιλάνθρωπους
Να στάζουν λίπος και δάνειο οίκτο
Είδα ανθρώπους λουσμένους στο φως του έρωτα
Και είδα πως τούτο το φως
Ήταν γεμάτο και φλύκταινες και πύο

Το μαύρο περιλαίμιο
Έγινε άσπρη λαιμαριά
Με τύλιξε ακόμη πιο σφιχτά
Καθώς ακόμη όλα δεν τα είδα

Γέροντες είδα που εκπόρνευαν τη σοφία τους
Και νέους που εκπόρνευαν το σώμα τους
Είδα χαμαιλέοντες με μορφή ανθρώπου
Και αγνούς σακάτηδες που σέρνονταν κοντά μου
Κοπέλες δρόσινες
Να ξεπουλιούνται για μια κίβδηλη ζωή
Και αγόρια που λάτρεψε ο ήλιος
Να σκάβουν το σκοτάδι
Με τα ωραία τους δάχτυλα


Μάτια βγαλμένα
είδα
Από τυφλούς
Που σιχάθηκαν να βλέπουν
Και σαν τον Ωριγένη
Ευνούχους που λάτρεψαν
Την αναπηρία τους

Πονούσα
Σχιζόταν η καρδιά μου
Και η μαύρη ζώνη
Έγινε λευκή φωτιά
Και λίγο πριν με αναλώσει ηδονικά
Είδα κι εμένα
Να περιφέρομαι
Σα να μην συμβαίνει τίποτα
Ανάμεσά τους…

Σεπ 2009




Inverted World

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013




…και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη
αγνοώντας το βλέμμα της Γοργόνας
στα δεξιά της ψυχής του
αγνοώντας το νεύμα της Κίρκης
αριστερά της ζωής του

κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη

οπλισμένος

και ξαφνικά
πίσω από το είδωλό του
εμφανίστηκε
εκείνος
που κάποτε στο αίνιγμα της Σφίγγας
είχε απαντήσει
ο άνθρωπος

ο άνθρωπος

και κατέβασε το όπλο

και ο καθρέφτης θρυμματίστηκε…


νοε2012

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013





Το χνώτο του χρόνου
και το αλλοπρόσαλλο της μνήμης…

κρατούσες στα χέρια σου
κείνη τη κλεμμένη άμμο
από το περιθώριο της θάλασσας
ο ήλιος σε διαπερνούσε
εκατοστό εκατοστό
και τόσο αργά
που δεν καταλάβαινες το θάνατο
παρά σαν χάδι τρυφερό…

από το έλλειμμα της αρχαίας συμπόνιας
ζούμε
να το ξέρεις
κι όχι απ’το περίσσευμα…

Ο πύργος αυτός στην αμμουδιά
μας περιμένει ακόμα…


Ιουν2013

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013




έτσι
…θα έχει το απρόσμενο θάρρος να μου μιλήσει
κι εγώ θα Τον ακούω με μια παράξενη τρυφερότητα
όχι πως θα έχω μαγευτεί απ’την αφήγησή Του
μα θα’ναι πιο πάνω απ’τις δυνάμεις μου
να του αρνηθώ τούτη την ηδύτητα στην έκφρασή μου
και απογυμνωμένος
άοπλος
αθωράκιστος
λίγο λίγο…
θα Του παραδίνομαι

έτσι
…θα έχει το ύφος του χορτασμένου πολεμιστή
από κατακτήσεις, πολιορκήσεις, δηώσεις, βεβηλώσεις
και θα αφήνει το βλέμμα Του να ξεκουράζεται
μονάχα πάνω στην Γη
θα την αγγίζει και θα της μιλά
και θα μοιάζει σαν εραστής που απολαμβάνει
να θωπεύει την αγαπημένη του

έτσι
…και θα αποφεύγει να με βλέπει
τα μάτια Του δε θα τα ρίχνει επάνω μου
επάνω στη ντροπή
επάνω στη φτώχια μου
και θα αποφεύγει να με συναντάει στη ματιά Του…

έτσι
…νωχελικά θα με πάρει
θα με ρουφήξει
θα με πιει
χωρίς να με ρωτήσει
χωρίς να μου το πει
αναίμακτα
όπως η Μάνα του υποδέχεται το ζεστό υγρό
στα αρχαία Της σκέλια
έτσι
στα ωραία ερωτικά Του βάθη
θα με νανουρίσει…

13/12/2005


I Dreamed My Genesis

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013




Απλοϊκά…

Μου πήρε χρόνια
Μου πήρε εαυτούς
Ντροπές μου ζήτησε
Και χαμαιλέοντες φόβους
Μα προσαρμόστηκα...

Να περπατάω στον εαυτό μου
Και να μην με ανταμώνω
Φωτιές να ορθώνω στο κορμί μου
Και να τις βλέπω δροσερές πηγές
Να με αγγίζω
Και να’ναι η αίσθηση ενός άλλου…

Δύσκολο ήταν
Μονάχα στην αρχή
Μα η θυσία έγινε
Και η τελετή
Δεν είχε μεγαλείο κανένα
Το αίμα που έτρεχε
Πρόσεχα μόνο
Να μην ποτίζει τα όνειρά μου
Αλλά να πλένει από τις ενοχές
Όσες δεν καταδέχτηκαν
να γίνουν λέξεις

Το έμαθα λοιπόν
Το χάραξα
Στο μενταγιόν του πόνου
Να τρέφομαι
Μονάχα με τον ελάχιστο
Από τον ήλιο που δικαιούμαι

Να έχω δάνειες φωνές
Και να τις λέω δικές μου

Να με φονεύω ηρωικά
Και να με αθωώνω…

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Και πρόστυχα με βάφτισα ποιητή
Για να ξορκίζω το βλέμμα του οίκτου
Πάνω στην άθλια φορεσιά μου

Το σκάλισα λοιπόν κι αυτό
Στο εκκρεμές ομοίωμά μου
Να έχω πυρετούς εγωισμού
Και να τους λέω έρωτες!

Στην απέναντι όχθη να με αντικρίζω
Αλλά να μην μπορώ να φτάσω ως εκεί
Και κάποτε πια
Να μη με νοιάζει

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Δεν κάνω για ποιητής εγώ
άνθρωπος στο δρόμο του Ανθρώπου 
ίσως
Έτσι, σκανδαλωδώς απλοϊκά


Κι έχω οφειλές ακόμη…

Δεκ 2009

  
Skater
 Jacob Jovelou