Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013



Να ακεραιωθείς…
Να μην φοβηθείς…
Να μην κερματιστείς…

Αλλά να μην πάψεις να δέχεσαι…

Να πυργωθείς
Πάνω απ’το αίμα
Να μην δωρίσεις στο εγώ
Το ακριβό σου σπέρμα
Να μην κλειδωθείς στο ενδέχεται

Αλλά να εμπειρωθείς
Τη φυσικότητα του ρυθμού σου…

Κι από το Αχανές να κλέψεις
Μονάχα όσα σου στερούν
Την δίψα για ολότητα…


under the bright shining moon...




Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013



Λεκές…

Σηκώθηκε νωρίς
φίλησε τη γυναίκα του
αστειεύτηκε με τα παιδιά του

έριξε μια ματιά στον καθρέφτη
κάποιο σημάδι στο αριστερό μάγουλο
κοντά στον κρόταφο
να το κοιτάξω

έφαγε πλούσιο πρωινό
πολύ πλούσιο
και λίγη δίαιτα δεν βλάπτει
του είπε εκείνη
ναι, δεν βλάπτει
της είπε εκείνος

πήγε στο παράθυρο
άνοιξη
όμορφη μέρα

κοίταξε το ρολόι του
δώρο αγαπημένο
της αγαπημένης του

θ’αργήσω

μπήκε στο αυτοκίνητο
να μην ξεχάσω να το πλύνω
πήρε τους γνωστούς δρόμους
κίνηση
σκατά, κάθε μέρα τα ίδια
έφτασε στο γραφείο του αγχωμένος

κάθε μέρα τα ίδια

η γραμματέας περίμενε
με τα χαρτιά στο χέρι
με το μεταλλικό χαμόγελο
με την αγωνία στο βλέμμα

καλημέρα
ποιον έχουμε σήμερα;
εκείνους τους 3 της απεργίας για να…
ναι ξέρω… τον καφέ μου και φέρτους

στο γραφείο η φωτογραφία της γυναίκας του
αγκαλιά με τα παιδιά
η αγάπη μου και οι θησαυροί μου

είπε και υποδέχτηκε τους τρεις…

με πιέζουν…
προσπάθησα…
μακάρι να μπορούσα…
πολύ δύσκολη εποχή…
δεν έπρεπε να απεργήσετε…
τι τις θέλατε τις απεργίες
δεν κοιτάγατε τα χάλια σας;
δεν λυπηθήκατε τα παιδιά σας…
θα σας κρατούσα αλλά…
το κράτος μας πιέζει όλους…
να είχατε μυαλό…
να είχατε μυαλό…

να είχατε μυαλό…

ήρθε ο καφές
ήρθε η τυρόπιτα
ήρθε το κρουασάν

και λίγη δίαιτα δεν βλάπτει

χύθηκε ο καφές στη γραβάτα
λεκές…
ποιος την ακούει τώρα!

γαμημένη μέρα!

κι ήταν δώρο αγαπημένο
της αγαπημένης του…


Απρ2012

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013




Το λάθος του Ορφέα


Εάν κάποτε επιστρέψεις
δε θα’θελα να είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό
με τον ήλιο χαμογελαστό
και την καρδιά μου ζεστή και έτοιμη
να σε υποδεχθεί ξανά
μα θα’θελα να είναι ένα βροχερό σούρουπο
με έρημους δρόμους
σιωπηλούς ανθρώπους
και λογισμούς θανάτου
στο μυαλό μου
και λόγια να μην ανταλλάξουμε
μονάχα να φωνάξουμε δυνατά
με τη σιωπή μας
και να ουρλιάξουμε αν το θέλεις
με τα ζεστά μας δάκρυα…

Εάν επιστρέψεις
κάποτε
δε θα’θελα να με ανταμώσεις
σε κάποιο πολύβουο σταθμό
στη πλατφόρμα του Μετρό
στη στάση κάποιου λεωφορείου
μα θα’θελα να είναι σε κάποια θλιβερή γωνιά
στη συμβολή δυο δρόμων ασήμαντων
και ερημικών
και ίσα που να διακρίνονται οι φιγούρες μας
στο σκοτεινό σοκάκι
και σκιές να μην έχουμε
καθώς οι ίσκιοι
δεν δικαιούνται σκιάς

Εάν επιστρέψεις
σε κάποια μακρινή
προβολή του χρόνου
σε κάποια αδιόρατη
μονάδα του απείρου
μην μου μιλήσεις
αν μπορείς
κι αν με κοιτάξεις
μη με δεις
καλύτερα άσε
το βλέμμα σου να με προσπεράσει
σαν φυσικό εμπόδιο να είμαι
και συνέχισε
το βλέμμα σου
κaι τάχυνε
το βήμα σου
και το λάθος του Ορφέα
να μην κάνεις
να κοιτάξεις πίσω…


6/12/2005

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013





Εμείς, εδώ
στη Μεγάλη Μοναξιά
συζητούμε για σένα
κατεβήκαμε απ’το όνειρο
μ’ένα κομμάτι ουρανό
και γίναμε μια δρασκελιά φωτός
στο μαύρο χώμα

Σφυροκοπάει το μάταιο
τη ζωή στις φλέβες μας
αγγίζουμε τα νιάτα στη σάρκα
και γίνεται χρόνος
και χάνεται

λαμποκοπάει το μέταλλο του πόνου
παίρνει κεφάλια κάθε μέρα
κάθε λεπτό
ο Λήσταρχος που φλέγεται από πόθο
για το χαμόγελό μας

φωτιά και ύαινες
και άρπαγες και οιμωγές
και στερεώματα οργωμένα από βλέμματα
και προσευχές ιερές
κατάρες, φονικά
και αγκαλιές σαν ξέφωτα ήλιου

πλούσιο το τραπέζι μας…

Εμείς, εδώ
στη Δριμιά Ανάγκη
κάθε πρωινό συνωμοτούμε
κι εργαζόμαστε
το θάνατό σου

και κάθε βράδυ
σε γιορτάζουμε
κάνουμε έρωτα τον Έρωτα
και απλωνόμαστε

και το Όνειρο εκείνο
όνειρο κάνουμε
και μέσα του ξεχνιόμαστε…

απρ2012


Tiermas (Spain)
Photo night.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013



Νύχτες Βαλπούργιες


Το σώμα αντιδρούσε
Είναι ζωντανό…
Το βλέμμα απλωνόταν ολόγυρα

Έχεις πάντα μια λέξη προδοσίας
Να δροσίζει τα χείλη
Αλίμονο
Χωρίς αυτή
Φωνή δεν έχω…

Το κεφάλι αριστερά
Ερωτευμένο με την κλεμμένη Καρυάτιδα
Το κεφάλι δεξιά
καρφωμένο στον ποδήρη χιτώνα Του

Μια κούπα κώνειο
Τον χώριζε από την έξοδο
Την έξοδο απ’τη στιγμή
Κι εκείνος
Ήπιε μέσα στo δηλητήριο
Όλο το εγώ του…

Τα χέρια κολλημένα στο σώμα
Τα πόδια ανοιχτά
Ο άνθρωπός σου Λεονάρντο
Δεν έχει ορίζοντα
ανάπτυγμα δεν έχει ακόμα
Έχει μονάχα δέρμα
Και πληγώνεται απ’τις υλακές του χρόνου…

Το στόμα αφίλητο
Τα μάτια χώμα

Έχω πνοή
Απ’του Αχέροντα το στρώμα
Κι έχω δακρύσει τόσο
Φεύγοντας απ’την Εδέμ
Μόνος
Και κάποιες νύχτες Βαλπούργιες
Για το αγέννητο άστρο της γενιάς μου
Κλαίω ακόμα…

Φεβ2011

Ruhollah Mahmoudi

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013



Κράκεν
(Παράξενα αρχιπελάγη)

Έρχομαι εδώ
Από μακρινές
Παράξενες θάλασσες
Είδα τόσα πολλά
Που δεν ορίζονται ακόμη
Κι από το πιο φιλόδοξο στερέωμα
Ανθρώπους ‘διαφορετικούς’
Ανθρώπους άδειους
Ανθρώπους μαγικούς
Λαούς και τόπους
Συναρπαστικούς
Αν ξεκινούσα να ιστορώ
τέλος η διήγηση δε θα’χε…

Έρχομαι ξανά
Από τις βόρειες θάλασσες
Που στα άπειρά τους βάθη
Λένε
Ζουν τα θηριώδη Κράκεν
Και στο άκουσμά τους μόνο
Τρομοκρατούνται ως και οι απόγονοι
Των Βίκινγκς
Στα φοβερά πλοκάμια τους
Τσακίστηκαν πλοία περήφανα
Στις σκοτεινές σπηλιές τους
Αναπαύονται αμέτρητοι σκελετοί
Γενναίων ναυτικών…

Έρχομαι πάλι
Από τα παράξενα, ωκεάνια αρχιπελάγη
Είδα τόσα και βίωσα
Που δεν χαρτογραφούνται από Κολόμβους εκατό
και χίλιους Μαγγελάνους
Ανθρώπους όμορφους
Ανθρώπους γελαστούς
Κι είδα ακόμη
Παιδιά με βλέμμα μελαγχολικό
Γέροντες αγριεμένους από τη μοναξιά
Γυναίκες που ρήμαξε η σιωπή
Ανθρώπους είδα ‘διαφορετικούς’
Και τόσο ίδιους…

Έρχομαι πίσω
Από τις παγωμένες θάλασσες των Κράκεν
Και έχω μαζί μου ένα πλούτος
Από χρώματα
Από γέλια
Από κλάματα
Από σπαραγμό
Από αηδία…

Έρχομαι πίσω
Από τις μυθικές ακρογιαλιές
Των Υπερβορείων
Ρούφηξε η ματιά μου
Τοπία πανέμορφα
Βουνά ομιχλώδη
Και λίμνες μαγικές
Κι ακόμα είδα
Κλειστά παράθυρα
Κλειστές ψυχές
Το φόβο για το θάνατο
Το φόβο για το Άπειρο
Την τρομερή παγκόσμια δίψα
Των ανθρώπων
Για ένα άγγιγμα
Για ένα φιλί
Την σκιά στο βλέμμα του πατέρα
Που θάβει το παιδί του
Τη σιωπή, το άχρονο
Στο πρωινό ξύπνημα του ήλιου
Πάνω από το καθημερινό άδικο…

Γύρισα πίσω
Από την Θούλη των Αποκρυφιστών
Κι έχω μαζί μου ένα θησαυρό ατίμητο
Δυο λέξεις πάνω σ’ένα κίτρινο χαρτί
Καλό ταξίδι
Ένα αγχωμένο σ’αγαπώ
Πάνω στα χείλη μου
Κληρονομιά του αρχαίου ρίγους
Στα μυθικά αρχιπελάγη των μοναχικών ψυχών
Όσων ακόμη επιμένουν
Να χαράσσουν θύελλες με το στεναγμό τους
Ανέμους να πλέκουν με τον σάρκινο αργαλειό
Της νιότης που εξαγόρασαν
Για ένα χωράφι ήλιο
Της φρίκης του μοναδιαίου ανύσματος
Που πάντα δείχνει το ίδιο τέλος
Για όσους
Έχουν το βλέμμα να αντέχει ακόμα
Και τη ψυχή
Να το στερεώνει
Με την υπέροχη ψευδαίσθηση της ζωής…



Μαιος 2009

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013



Μαυσωλείο

Ακόμα και το πιο άρρωστο
από τα ζωντανά σου μέλη
είχε την τρυφερότητα που του άξιζε
κι εσύ
άθλιε σαλτιμπάγκε
της λερωμένης καλημέρας
δεν έχεις βλέμμα για τους ανθρώπους
δεν έχεις ούτε αλήθεια
ούτε ψέμα
γιατί κι αν αγαπήθηκες
δεν αγάπησες τόσο
ώστε να προσκυνήσεις στον πόνο των άλλων
τη δική σου αθανασία

ακόμα και το πιο ευάλωτο
από τα παιδιά σου
απήλαυσε
την παραμυθία που του όφειλες
κι εσύ
μίζερο μηρυκαστικό ανόσιων επικλήσεων
στη χαρά
και στην ευδία
τόλμησες να σηκώσεις τη λέξη
υπάνθρωποι
για κάποιους που είναι σαν κι εσένα
που τους βρεφούργησε η ίδια Μάνα
που τους ευλόγησε
και τους καταράστηκε
το Άπειρο
σαν κι εσένα!

τόλμησες
να σηκώσεις την πέτρα από το χώμα
Κάιν
και δεν την έριξες στον αδελφό σου
ακόμα

ακόμα την κρατάς
και ετοιμάζεσαι μ’αυτήν
για κάτι χειρότερο ακόμα κι απ’το φόνο

ένα πελώριο μαυσωλείο να φτιάξεις
του σπέρματος που λέρωσες
του αίματος που έχυσες
του πνεύματος που έφτυσες…

του βλέμματος που έχασες…


Οκτ2013


Hegedűs, László - Kain and Abel (1899)

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013



Υβός


Τούτο το άθλιο τέρας
δεν μου άξιζε να είμαι
καταραμένος
ανάπηρος
κυφός
κι όμως
έχω ένα στερέωμα στη ράχη…

Οι άνθρωποι με προσπερνούν
αλλάζουν βλέμμα βιαστικά
αλλάζουν δρόμο
με αποφεύγουν

ψιθυρίζουν μεταξύ τους
λένε
είναι καμπούρης
είναι φριχτός!

κι όμως
δεν ξέρουν
πως έχω ένα γαλαξία
από νιογέννητα χαμόγελα στη ράχη

κάποιες εποχές
κείνο που γεννήθηκε μαζί μου
χιλιετηρίδες πριν
συρρικνώνεται
πεθαίνει
για να αιματώσει εμένα
κι ύστερα εγώ
έρχεται η σειρά μου να πάψω να βλέπω τον κόσμο
για να’χει εκείνο όλο το βλέμμα
κι όλο το φως που του στέρησα

το γήρας
δεν έρχεται στα κύτταρα μου
είναι η μοίρα μου
αέναα να περπατώ
ανάμεσα στους νεκροζώντανους
και ο χρόνος να με αγνοεί
λες κι είμαι ακόμη και γι’αυτόν
ανεπιθύμητος…


Τούτο το άθλιο τέρας
δεν μου έπρεπε να είμαι
καταραμένος
άσχημος
υβός
κι όμως
έχω ένα σύμπαν
από θηλυκούς χειμώνες
και καλοκαίρια αρσενικά 
αιώνια να ερωτοτροπούν
στη ζωντανή μου ράχη…


δεκ 2011

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013



Κέρας


Ανάσαινε η γη ανθρώπους
εκείνο το χειμώνα

δεν το θυμάσαι όμως
ήσουν αγέννητος ακόμα

είχε μια απόκοσμη ομορφιά ο ουρανός
τόση
που δεν τολμούσες να σηκώσεις το βλέμμα
και να τον κοιτάξεις
και στην χόβολη εκείνη των ψυχών
ετοίμαζε τις νέες του αφηγήσεις
ο Ασπιδοφόρος

μα ήσουν στο ταξίδι σου
στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
και δεν θυμάσαι

κάποια στιγμή
όταν το κρύο είχε διατρήσει τη σκέψη μας
όταν το μοναχικό μας δώμα
δεν άντεχε άλλους λυγμούς
κι όταν οι πολεμιστές
είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν
και να σπαθίζουν νευρικά το τίποτα
ο Ασπιδοφόρος άρχισε να τραγουδάει
και όλοι
να ξέρεις
σώπασαν

σώπασαν

το έρμα του Κόσμου
στη ψυχή μου μεγάλο
ω Κύνα και Απρόσιτε Πατέρα
το έρμα του Ανθρώπου
αβάσταχτο έκανες φορτίο
για μένα
ω Μητέρα Λευκή
και Πεπολοφόρα Δέσποινα
το φορτίο έκανες μεγάλο…

και αμίλητοι άκουγαν όλοι
κι ακόμη
έκλαιγαν
έκλαιγαν όλοι σου λέω
γιατί στη χόβολη θέριευαν οι φλόγες
κι ύστερα σβήναν πάλι
γιατί ο χειμώνας γινόταν άνοιξη και καλοκαίρι
και φθινόπωρο
σε μια στιγμή
και όλες οι μάχες της Δημιουργίας
ζωντάνευαν μπροστά μας
από το άχρονο κάποτε
στο απύθμενο κάπου…

ω Άδη ζωφερέ και αφιλόξενε
και συ Στύγα με τη μελανόχρονη ρύση
το έρμα του πόνου είναι ασήκωτο για μένα
κυκλώπειο τούτο το έργο
για τους σάρκινούς μου ώμους 
ω Περσεφόνη ευήμερη και συ Ίσιδα σκοτεινή μητέρα
της αιώνιας θηλυκής ανάσας
μην με λησμονήσετε…

μην με λησμονήσετε…

και φούντωσε κι άλλο η φωτιά
και οι αιώνες σχηματίστηκαν λες απ’το αρχέγονο σκότος
και πήραν μορφές
γινήκαν άνθρωποι και ήρωες και θεοί!
και ο Έρωτας και ο Ζαγρέας και η Εκάτη
και τα ορφανά παιδιά του κόσμου
που άνοιξαν τα μάτια τους
και τα μικρά τους χέρια
και επαιτούσαν
το μερίδιο ανθρωπιάς που τους αρμόζει
και δεν θα το χορτάσουν ποτέ…

και χοροί συμπαντικοί στήθηκαν γύρω μας
και στα στήθια μας η καρδιά πήγαινε να σπάσει
και στα κεφάλια μας μεγάλωνε το ερπετό…

το ερπετό…

και ξαφνικά
σιωπή

κι ύστερα

σιγή…

μα εσύ
στο κέρας του απείρου γλυκά κοιμόσουν
και ευτυχώς
γεννήθηκες
χωρίς την αρχή
ούτε το τέλος που σου έχυσαν στα σπλάχνα
να θυμάσαι


Νοε2012

Into the void
Matej Zalokar