Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015



Ονείρεμα
(Ο Γέροντας)

Μπήκα πάλι
στους κόσμους των εικόνων
και των ξεχασμένων τραγουδιών
κείνους τους κόσμους που επινόησα κάποτε
και που στοιχειώνουν πάντα τα όνειρά μου
κείνους τους κόσμους που πια έχω μισήσει
αλλά δεμένοι είναι αχώριστα με μένα

περπάτησα πολύ και λίγο
σημασία δεν έχει
ό,τι κοιτούσα μόνο ερημιά και ερείπια
όπου στεκόμουν άνυδρες χώρες
όπου ανάσαινα
μονάχα λίβας και σκόνη των αιώνων

κάποτε
βρήκα ένα γέροντα θλιμμένο
να κάθεται κάτω από ένα δέντρο χάρτινο
και τον πλησίασα δειλά
γύρισε και με κοίταξε
και είχε στο βλέμμα του
κουρνιάσει ένας λευκός θάνατος
κι είχε στο πρόσωπό του
ξεκουραστεί η αφθονία του τίποτα
"ήρθες ξανά" μου είπε
και με καλωσόρισε
"κάθισε δίπλα μου λοιπόν
γιατί είμαι μόνος αιώνες τώρα
και διψάω να μιλήσω σ'ένα επισκέπτη..."
και κάθισα κοντά του
κάτω απ'το χάρτινο κείνο δέντρο
κι ένιωσα πως ο γέροντας αυτός
ήταν εκεί για μένα από πάντα
κι ένιωσα τόσο περίεργα όταν τον αισθάνθηκα
τόσο αλλόκοτα νεκρό
τόσο γεμάτο από Τίποτα...

"μη με κοιτάζεις όσο θα σου λέω
μη με αγγίξεις
τίποτε είμαι γεμάτος
και δε θα νιώσεις παρά τίποτα
μη με ρωτήσεις πόσο έζησα
γιατί το έχω ξεχάσει
μη με φοβάσαι
η μοναξιά και η έπαρση
προξενούν μονάχα θλίψη"
άρχισε να λέει
και η φωνή του χάιδευε τ'αυτιά μου
και σκιά δεν έριχνε το ψεύτικο αυτό δέντρο...

"χρειάζεσαι ένα κόσμο αλλιώτικο
αυτός που ζεις είναι αυταπάτη
χρειάζεσαι πολέμους με άλλες μάχες
τούτες που δίνεις κιόλας σε κουράσανε
χρειάζεσαι ανθρώπους με καρδιά
αυτούς που αγάπησες
όλοι πεθάνανε..."
είπε ο γέροντας και είχα κλειστά τα μάτια
και το κεφάλι μου σκυφτό
να μην με αρπάζει η τρέλα του τοπίου

"χρειάζεσαι άλλες μουσικές
τούτες που ακούς σε ανισορροπούν
είναι κραυγές αρρώστων, είναι νυχτωδίες
άλλες χρειάζεσαι αυγές
οι ήλιοι που ανατέλλουν στη ζωή σου
κι αυτοί ψεύτικοι είναι
όπως αυτό το δέντρο..."
είπε ξανά ο γέροντας και στο μυαλό μου
σφυροκοπούσε μια φρενήρης άρνηση
να μην αλλοιώνομαι άλλο στο πουθενά
να φύγω
να επιστρέψω
να ξυπνήσω!

"εμένα σύντομα θα με ξεχάσεις
τίποτε είμαι
και δεν γεμίζω πια ούτε τον εαυτό μου
εμένα γρήγορα θα με περάσεις
αλλά, πόσο σε συμπονώ,
μ'εσένα θα εξακολουθείς να συνυπάρχεις!"
είπε ξανά και άκουσα το γέλιο του
κραυγή κι αυτό
παράφωνη οιμωγή απ'το τίποτα
και προσευχήθηκα να αδειάσω ξαφνικά
να τρέξω πίσω, να χαθώ,
να νιώσω εμένα ακέραιο,
να ξυπνήσω!

"κράτησε τούτο που σου λέω
πριν να ξυπνήσεις κει απ'όπου ήρθες
όλα είναι όπως εγώ
τίποτε
αν δεν γεμίσουν από σένα
όλα είναι όπως το δέντρο αυτό
ψεύτικα
αν δεν δονούνται από σένα
όλα είναι χαμένα
όπως ο χρόνος σου μαζί μου
αν δεν ντυθούν αγάπη
από σένα!"

τούτα είπε ο γέροντας
πριν με αφήσει
και τον αφήσω κι εγώ
και έχω μια εικόνα τελευταία
πριν πάλι ευλογηθώ
στον κόσμο των ανθρώπων να ξυπνήσω
ο γέροντας να εξαφανίζεται
το δέντρο να αφανίζεται
κι εμένα να στέκω ολομόναχος
σ'ένα απέραντο τοπίο
από περίεργο φως

και να μιλάω σε μένα...

2001



Old man sitting under the tree
by Katherine-Black

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015





Ο ουρανός
είχε σπάσει
σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομμάτια

έβρεχε τον εαυτό του

αδιάκοπα
μέρες τώρα
μήνες τώρα
στον καινούργιο κόσμο
των ανθρώπων

σε βρήκα

κρυμμένη κάτω απ'τα χαλάσματα
της παγωμένης καρδιάς σου
το κορμί σου χαραγμένο
από γραμμές εκδίκησης
τα μαλλιά σου
κρατούσαν τη σκόνη του χτες
όμως στα μάτια σου
ανάσαινε ένας λυγμός αθανασίας

με υποδέχτηκαν

με την λαμπρότητα του αιώνιου...

ο ήλιος

κατανάλωνε αργά
το φως του
και πέθαινε

όποια ζωή

πάσχιζε να υπάρξει
στο ημίφως του θνήσκοντος άστρου
αγωνιζόταν
σε μια ύστατη διαπνοή 
να μεταβολίσει
την ήττα
σε χρόνο

με βρήκες

να ρουφάω μορφάζοντας
λίγες σταγόνες πόνου

με κοίταξες ολόισια στα μάτια


είπες

δεν έχω πια την πολυτέλεια
του άλλου βλέμματος
ένα απόλυτο δώρο
μου δίνεις
το χέρι μου κρατώντας...

αγκαλιαστήκαμε

σα να μην είχε σημασία πια
ούτε η Ειμαρμένη
ούτε το μολυσμένο πύο
της ανάγκης

χαμογελάσαμε


και περπατούμε μαζί

από τότε
κάτω απ'τον μοναχικά δικό μας

αφιλόξενο ουρανό...




ιαν2012


The flood

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015


Σκορπιός
[γραφή πρώτης ανάσας]

Είσαι σαν ένας μικρός σκορπιός
Μέσα σ’ένα ποτήρι
Σε βλέπω απ’τα τοιχώματα
Εγκλωβισμένο
Αλλά ξέρω πως είσαι δυνατός
Θα επιβιώσεις
Κι άλλωστε
Όποτε θέλω
Σε γυρίζω ανάποδα
Κι ελευθερώνεσαι

είσαι χλομός λιγάκι
αδελφέ μου
να τρως καλά
να
λίγα ακόμη χρήματα
όχι μονάχα για τσιγάρα
μα για να τρως καλύτερα

λόγια μέσα απ’τα δάκρυα
λόγια μέσα απ’το θολό του χρόνου
δεν ξέρω πως το άντεξα
να σε βλέπω εδώ μέσα
αλλά έπρεπε…

Είσαι σαν ένας τόσο δα σκορπιός
Μέσα στο ποτήρι…

και κάτι ακόμα
όλες τις λέξεις που δικαιούσαι
δεν στις είπα αδελφέ μου
γιατί δεν το αντέχω
όταν γράφω
να με σκίζουν οι αναμνήσεις
πίστεψέ με
αν είχα κι άλλο στήθος
σε σένα θα το έδινα

λόγια του απείρου
να με τεντώσεις άλλο;
δεν γίνεται
αν σωριαστώ μια μέρα
στο ξέφωτο του παρελθόντος
σαν το σκορπιό
να ξέρεις
δε θα τρέξω πέρα
ελεύθερος
γιατί σε περιμένω
ακόμα…

vii 09

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015



…Ποιος είπε ότι δεν έχω σύμμαχο τα άψυχα;

Εκεί είμαι, κάθε μέρα, στο μικρό βραχάκι που σε πρωτογνώρισα, εκεί είναι όλα, η θάλασσα, ο ίδιος χρόνος, ο ίδιος πυρετός, ο ίδιος πόνος, εκεί είναι τα άγια σου χέρια που με άγγιξαν για πρώτη φορά, εκεί είναι τα ακροδάχτυλα του θανάτου που παγώνει τις αστρικές εκρήξεις και τις κάνει παραγράφους σε βαρετά βιβλία σχολικά, εκεί είναι η μυρωδιά της άμμου, εκεί είναι τα σώματα ξαπλωμένα, ο άνθρωπος που είναι όλοι οι άνθρωποι, οι ανάσες που δεν λυπήθηκαν τη φθορά και την προσκάλεσαν στο βραδινό μας τραπέζι…

…μην πλησιάζεις το κύμα, σε παρακαλώ, αισθάνομαι ανήσυχος να σε συγκρίνω με τη θάλασσα, δεν θέλω την αιωνιότητα της Μητέρας να σε σκεπάζει, έλα, έλα κοντά μου, πες μου για τα καθημερινά σου, πες μου για τη ληστεία στη τράπεζα, τον αγενή πελάτη το πρωί, πες μου πράγματα μικρά, δεν αντέχω άλλο τα μεγάλα, πες μου για τα γενέθλια της αδερφής σου, τι φαγητό σου αρέσει, πες μου για κείνα που αύριο χάνονται, πες μου για κείνα που χτες δεν υπήρχαν, πες μου, μίλησέ μου…

…η μέγγενη του ποτέ μας σφίγγει, η μάστιγα του χρόνου τσακίζει τις σάρκινές μας πλάτες, δώσε μου το χαμόγελό σου, δώσε μου το βλέμμα σου, δώσε μου κάτι να πιαστώ, γίνε εσύ εγώ, πιάσε με κι εσύ, γίνομαι εγώ εσύ να μην φοβάσαι τον νυχτερινό αφανισμό του ήλιου…

ποιος είπε ότι απαρνήθηκα το αιώνιο της σάρκας για μια λίβρα πνεύματος;
… ήξερες είπες; ήξερες πως είμαστε θνητοί;

σ’ευχαριστώ που ποτέ δεν μου το είπες…



Ιαν 2010

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015




Το απέραντο χυμούσε μέσα μου
Γινόταν ένα με τη σάρκα μου
Ένα με το αίμα μου
Το στερέωμα με τρυγούσε
Και δεν το αρνιόμουν
Δεν το φοβόμουν
ήθελα να γίνω αόρατος
και μαζί ορατός…

Το αδιανόητο με κατοικούσε
Γινόμουν ξενιστής του
Γινόμουν δέσμιος
Και φύλακάς του
Έπρεπε να μάθω
Να μάθω να ψελλίζω απ’την αρχή
Ως και τ’όνομά μου
Στη δική Του αρχαία γλώσσα
Έπρεπε να μάθω
Ν’ακούω την ύπαρξή μου
Μέσα απ’τη δική Του μουσική…

Το Υπέροχο με άλωνε
Ένα προς ένα όλα τα κύτταρά μου
Του παραδίνονταν
Γινόμουν η εταίρα του
Η πόρνη του
Με εκφύλιζε
Με εξαγόραζε
Και ήταν το μόνο που είχα τόσο πολύ ποθήσει
Από την αυγή της ζωής μου

Το Κοσμικό Διανόημα
Το Δέντρο
Ο Όφις και ο Κήπος
Η δίχως αρχή Αρχή Όλων
Με διαπερνούσε
Με έναν ασύλληπτο ρυθμό
Απλωνόταν μέσα μου
Δήωνε τις αντιστάσεις μου
Φυλάκιζε τις ενοχές μου
Με απελευθέρωνε…

Ξέρω πως πια θα είμαι σιωπηλός
Αδελφέ μου
Αρχίζει εκείνο που δεν έχει όνομα
Να με βαφτίζει στο Ιχώρ του

Ανασαίνω το πρώτο Φως
Κι έχω τη γεύση όλων των ανήλικων ωκεανών
Της Δημιουργίας
Στα χείλη μου…

Αν θελήσω να πιω θα πεθάνω
Αν θελήσω να εισπνεύσω αναλώνομαι
Αν τολμήσω να εκπνεύσω…

Θα γεννηθώ ξανά
και δεν θα σε γνωρίζω...

Ιαν 2012


© Sarolta Bán

Κυριακή 26 Απριλίου 2015





Απελάτες


Εδώ
στα ειναικά μου σύνορα
τους περιμένω

ακρίτης
στο φυλάκιό μου
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου
ιεροφύλακας
το αρχαίο νεύμα προστατεύω
το φιλί της θάλασσας με το στερέωμα
ονειρεύομαι
της Μάνας τον μυστικό Γάμο με το Αιώνιο
στοχάζομαι
τραγουδώ
παλεύω να κατανοήσω

από τα σπλάχνα μου θα βγει το τέρας
μια μέρα να ορθώσει ανάστημα μπροστά τους
εκείνοι θα το τοξεύουν από μακριά
κι εκείνο θα ουρλιάζει κάτω απ’τη λάβα του εσπερινού
και θα νικιέται πάντα
και πάντα θα σηκώνεται

εδώ
στο ακροτελεύτιο σύνορο
της ιαχής μου
τους περιμένω

με την προβιά του πρώτου ανθρώπου
σκεπάζομαι τα βράδια
με την ανάσα των νεκρών συντρόφων
με παρηγορώ τα πρωινά

μόνος δεν είμαι
και ολόκληρος μαθαίνω
ένα προς ένα
όλα τα ονόματα του ήλιου
που με στεφανώνει…

μαρ2013


Kaven Hosseini

Τρίτη 21 Απριλίου 2015



Ανεξίτηλη


στο πνεύμα εγγράφονται 
οι μέρες της σιωπής
στο δέρμα απογράφονται
οι ιαχές της μοναξιάς
στη σάρκα αποτυπώνονται
όλες οι αιωνιότητες των στιγμών

και μένουν ανεξίτηλες…

στην καρδιά εν-τυπώνονται
οι δωρεές του Ανθρώπου
στην ψυχή εγγλύφονται
οι αναρίθμητες περπατησιές του Χρόνου
στο δέρμα μελανώνονται
οι βάναυσες αλλοιώσεις του στοχασμού
στη σάρκα απολιθώνονται
οι παράξενες ιδιοτροπίες του Αχανούς

και μένουν ανεξίτηλες…

στα δάχτυλα ανασαίνουν
οι κρυφές γεωμετρίες του πόνου
στα μάτια αναρριχώνται 
οι φωτεινές νύχτες
και οι σκοτεινές ημέρες
της εγκατιαίας πείνας για κατάκτηση

στο δέρμα
εκδιπλώνεται
η αρχέγονη ανάγκη
να συνυπάρχεις

στη σάρκα
γεννιέται
και στους μυστικούς της δρόμους
σαν κυτταρικός ποταμός
διακλαδώνεται
η απόκρυφη
και μαγική 
και ανεξήγητη εντελέχεια

να δι-υπάρχεις…

και μένει ανεξίτηλη…

ιαν2013


http://www.alisonhill.net/nudes/tatoos-30x48-charcoal

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015



Ξεκούτης


Κάποτε συνάντησα
εκείνον τον ξεκούτη
καθισμένο
στον κορμό ενός πανάρχαιου δέντρου
να καθαρίζει ένα μήλο
μόλις με είδε να πλησιάζω
έκανε νεύμα με την παλάμη του
να σταματήσω
χαμογέλασε νομίζω
και μου είπε
«είμαι ένας αμαρτωλός ξεκούτης
ταξιδευτή
και βγήκα απ’το σπίτι μου
για να σε ανταμώσω…»

είπε και ξαφνικά
το μήλο ήταν πια στην εντέλεια καθαρισμένο

«…σ’εξορκίζω
μη δένεσαι πολύ με τους ανθρώπους
όταν αγαπάς πολύ
είναι σα να ρίχνεις μια θεόρατη άγκυρα στη πιο βαθιά θάλασσα
μονάχα που είναι η αλυσίδα της
δεμένη στο λαιμό σου»
μου είπε ο άθλιος και στύλωσε το βλέμμα του
στο πουθενά
το μήλο του έπεσε απ’τα χέρια
κι ύστερα από λίγο
έπεσε και το κεφάλι του
κι άρχισε να κυλάει προς τα μένα!

μονάχα
που το στόμα του δεν έλεγε να κλείσει

«να εμπιστεύεσαι μονάχα
ό,τι μπορεί να σε κάνει να θυμώσεις
να αποφεύγεις όλα εκείνα
που υπόσχονται την ακεραιότητα
και πιο πολύ, αληθινά στο λέω
πάρε το βλέμμα σου απ'το Άπειρο
ό,τι χωράει στη χούφτα σου
τούτο σου αρκεί
κι ό,τι καλπάζει στα όνειρά σου
να μην το επικαλείσαι»

και να, πως έγινε
που το κεφάλι γύρισε προς τα πίσω
ανέβηκε ξανά στο σώμα
κάθισε στη θέση του

το βλέμμα έφυγε απ΄το Απέραντο
και γύρισε σε μένα

«που είναι το μήλο μου;»
με ρώτησε ο Ξεκούτης

έσκυψα παγωμένος
το έπιασα
και του το έδωσα…

τα μάτια του γέμισαν συμπόνια
και μου είπε
«πάρε την καρδιά σου απ'το Ανεκδήλωτο
αδελφέ μου
και μην σηκώνεσαι τις νύχτες ρημαγμένος
όσο έχεις ακόμα ένα δάκρυ
για το Μάταιο
να ελπίζεις
πιο ακριβό από τούτον τον καρπό
δεν αξιώθηκα να γευτώ ποτέ
πιο σπάνιο
 ακόμη και οι λέξεις
ναι
ακόμη και οι λέξεις
δεν έχουν την αιώνια θλίψη
αλλά αν ακούς τη μουσική μου μέσα τους
αυτό αρκεί…»

είπε

και το μεγάλο δέντρο
άνοιξε την αρχαία του αγκαλιά
και τον έκλεισε μέσα του…


Νοε2012

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015



Ένα ποτήρι αγιασμένο πρωινό
στο περβάζι σου

τα χείλη σου καίνε
μου είπες
πρόβες της Άνοιξης
στις αμμουδιές του κορμιού σου

δροσερό κρασί
έσταξε η ανάσα σου
βάγια στα κατώφλια του Ιερού σου
μου σκούπισες τα δάκρυα
με τα δάκρυά σου…

ένας σταυρωμένος έρωτας
που ανασταίνεται διαρκώς
μέσα στα ορειχάλκινα μάτια σου

Πάσχα…



Ursula Abresch
signs of spring

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015




Στην αίθουσα αυτή
τη μεγάλη
την πιο μεγάλη απ’το δικό τους στερέωμα
με τα βρώμικα καλοριφέρ να δουλεύουν στο φουλ
και με το σαπισμένο πιάνο
να έχει αρπαχτεί απ’τη λήθη τόσο δυνατά
που να μην μοιάζει πια
παρά με ένα κασόνι με παράξενο σχήμα…

τους άκουσα να συνομιλούν
-εδώ σου λέω, εδώ με βλέπω να γερνάω…
-σώπα, μην λες τέτοια λόγια…

Σ’αυτή την αίθουσα
την απέραντη
με την γεωμετρική της κανονικότητα
τόσο επί τόσο
χωρίς σπασίματα και αρχιτεκτονικές ευελιξίες
χωρίς υποστυλώματα στη μέση
χωρίς κρυφές γωνιές
αλλά με το φως να πεθαίνει στους τοίχους
και τους ανθρώπους να κοιτάζουν το φως

τους άκουσα να ανασαίνουν
-εδώ μέσα θα πεθάνουμε σου λέω… το ξέρω…
-μου μιλάς κι εγώ ακούω… πες μου όμως άλλα…
-δεν έχω άλλα… εδώ μέσα μονάχα ο θάνατος δεν παίρνει φάρμακα…

Σ’αυτή την αίθουσα
την τόσο μεγάλη
με τις φθαρμένες, άσχημες κουρτίνες
να κατεβαίνουν σα θυμωμένες Άρπυιες
και να ορμάνε στις ψυχές
και με τις ώρες

να μην περνάνε
να μην κυλάνε

τους άκουσα να σιωπούν…

εδώ μέσα
μονάχα ο θάνατος
δεν παίρνει φάρμακα…

ιαν2013

Beamer