Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018


Ξημέρωσε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σα να με γέννησε η σιωπή
σε σαρκοφάγο άσύλητη
του Χρόνου

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα παρθένα δάκρυά μου
άκουγα μέσα στη σιγή του πρωινού
να με καλείς
κι ανασταινόμουν

Έχτισα κύτταρα
Έχτισα βλέμμα
Έγινα αίμα και κορμί
Έγινα πνεύμα

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

ολόκληρος φωτιά
νύχτιο σπέρμα

σκίρτησα...

σαν άστρο στο γλυκό σου ουρανό
πόθησα να λάμψω
να φυλακίσω τις ενέργειες
να γίνω ρόδακας φωτός
να πλύνω τα μαλλιά σου
στην πρωτανάσα μου

ρίγησα...

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα ζεστά μου δάκρυα

Χωρίς φωνή εγώ
Ολόκληρος εσύ

Και αγγίγματα παράξενα

Και λαιμητόμες σκέψεις

Και σπαράγματα ιαχών

Και προδομένες πόλεις

Και υετοί ονείρων

Και λιακάδες...

Χωρίς στερέωμα εγώ
Μα ολόκληρος εσύ

Ξημέρωνε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σαρκωνόμουν...

και ήταν άγριος άνεμος
αυτός που μού'φερε στο πρόσωπο
το κάλεσμά σου
τον καλοδέχτηκα...

Χωρίς εμένα εγώ
Όλος εσύ

Χωρίς το άλγος του αύριο
αψηλάφητος

Χωρίς της ειμαρμένης το λυγμό
αξόδευτος

Χωρίς το πένθος της φθοράς

Αιώνιος


Ακέραιος εσύ...


[ … illuminated ]

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018



Φαράγγι

Το πέρασμα ήταν κλειστό
μα το ανοίξαμε μαζί
οι λογισμοί προηγήθηκαν
οι ανάσες λείαναν το έδαφος
τα δυνατά σινιάλα
από τα καρδιακά σύμπαντα

κι έπειτα;
με ρώτησες…

Τα σώματα ακολούθησαν
αξεχώριστα
ένας κορμός ενιαίος
η ορμή, το πάθος
το ρέον θράσος ενάντια στο απόλυτο
ενάντια στο ανίκητο
που το φαράγγι αυτό
κρυπτικά για όλους
φανερώνει…

κι έπειτα;
ρώτησες δίχως να μιλάς

Οι λέξεις
Οι ακυρώσεις
Οι μάχες
Οι νίκες
Οι ματαιώσεις
Τα στερεώματα
Οι λόγχες
Οι λευκές σιωπές
Τα βλέμματα

Τα νεύματα…

Κι έπειτα;
σ’ακούω πάντα να ρωτάς

έπειτα
θα υπάρχεις πάντα εσύ…



Φεβ2018

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018



Ενδοφλέβια


Είναι αυτή η μοχθηρή σιγή
που ερωτικά γλύφει τις πέτρες
και το σώμα οργώνει

ενδοφλέβια ο χρόνος
πάντα σκοτώνει
όχι ορθωμένος απέναντι
να σε κοιτάει στα μάτια

ενδοφλέβια ο νόμος
πάντα αλλοιώνει

είναι αυτή η σιωπή
σαν ηλιόλουστη μέρα
που υπόσχεται φως
και μόνο νύχτες σου δίνει…


ιουν2017



Away from time

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018



Χάθηκες…
Που ήσουν;
Έλειψες καιρό… πολύ καιρό…
Κι είχα αρχίσει να το συνηθίζω
Ήσουν μαζί μου βέβαια
Το ξέρεις
Ήσουν εντός μου
Όμως γυρνούσα πάντα το κεφάλι στις γωνιές των δρόμων
Μην τύχει να σε δω
Το βήμα σου…
Εκείνο το αντάρτικο χαμόγελο
στα μάτια σου…
την ενοχή
πως πάλι άργησες, πάλι έπρεπε να περιμένω…
Δυο λεπτά ή τρία ή πέντε το πολύ…
Δεν μου είχε περάσει απ’το νου
πως θα έρχονταν οι εποχές που τα λεπτά θα ήταν ημέρες
μήνες και χρόνια…

Είχες χαθεί… που ήσουν;
Έλειψες καιρό…
Εχθές μονάχα έγινε ένα μικρό θαύμα
και σε αντίκρισα μες στο δωμάτιό μου!
Καθόσουν στην καρέκλα μου
Φορούσες ένα μπλουζάκι μου
Όπως τότε
Πάλευες, νομίζω
να χαμογελάσεις πάλι
Αλλά έμοιαζε με μορφασμό πόνου τούτο το χαμόγελο
Έψαξα για το βλέμμα σου
Μα εσύ κοιτούσες χαμηλά…
Ζύγωσα με την καρδιά μου ανάστατη
να νιώσω την αύρα σου, το άρωμά σου
μα μόλις σε πλησίασα αρκετά
στη στιγμή
χάθηκες πάλι…

Κι ωσότου η οδύνη από αυτό το νέο χωρισμό
να γίνει σύννεφο ή σκιά και να διαλυθεί στο άπειρο
άκουσα τη φωνή σου σιγανή
να έρχεται
σαν ψίθυρος
Λησμόνησέ με…

κι έγειρα στο κρεβάτι μου
μαζί με τη σιωπή μου
μαζί με την κραυγή μου
μαζί με το τίποτα
που είχες για μια στιγμή άφατης ηδύτητας
γεμίσει με το όλο…


Ιαν2018

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018


ΆΡΠΑΓΕΣ

Άρπαγες
φονιάδες σιωπηλοί
σύμβολα που ακόμα καίνε
αιώνες που ματωμένοι σέρνονται
όπως τα πληγιασμένα πόδια
ορφανών παιδιών

Άρπαγες
ληστές εσταυρωμένοι
βασιλιάδες πατροκτόνοι
και μοιχοί αυτοκράτορες
λάβαρα που κυματίζουν έρημα
όπως οι γενναίες ψυχές
φυλακισμένων ασκητών

Άρπαγες
θνητοί θεοί
κι ανάξιοι ρασοφόροι
στου Γολγοθά το πανίερο αίμα
έσκυψαν να πιούν
οι Πρίγκιπες της Αδειοσύνης
και δίπλα στο Πανάγιο Τάφο
έχτισαν ένα ναό
αφιερωμένο στο Τίποτε…



...Ο χρόνος ψέμα
απ’το χρόνο δανείζεται
κι ο πόνος αίμα
απ’το πόνο ποτίζεται

φλογερά φιλιά
από άσαρκα χείλη
στο απόγειο της μάχης
στης ζωής σου το δείλι

Ο φόβος σπέρμα
απ’το φόβο δανείζεται
κι ο θάνατος σκοτάδι
απ’τη ψυχή σου στολίζεται…

Ο φθόνος βλέμμα
απ’τη Στύγα δανείζεται
κι ο τρόμος αίμα
απ’το τρόμο ποτίζεται

Άρπυιες νύχτες
συλλέγουν σάρκες
κραυγές αντάρτες
θανατοδείχτες

Όλα τελειώνουν
τούτες οι ώρες
σαν φίδια ζώνουν
άρρωστο αίμα
σεντόνια θάνατοι
το μαύρο σπέρμα

Άρπαγες ήλιοι
νοσηροί και πόρνοι
της ζωής σου έδυσε
το πρωτονεύμα
εκπορνεύτηκες
στον Χιλιονόματο δόθηκες
πρόστυχο γεύμα…

...Ένοχος ο ουρανός
και η σελήνη θριαμβεύει πάλι
πως επιτρέπεις Ασημένιε Χορευτή
να διακορεύουν τα παιδιά σου;
πως αντέχεις Μέλαινα Κυρά
που βλέπεις να ανασκολοπίζουν
τα ακριβά σου τέκνα;

Έχει δύσει τούτος ο κόσμος
και αρνείται να πενθήσει ο χρόνος
φύλαξε όμως τις παλιές μοναξιές σου
κράτησε την οργή, το θυμό σου,
ένα σύμπαν καινούργιο χτίζεται τώρα
και χρειάζεσαι θύελλες στο βλέμμα σου
για ν’αντέξεις το τρόμο
και χρειάζεσαι όλη την αγάπη σου
για ν’αντέξεις το άδειο

ένα σύμπαν ολοκαίνουργιο
ετοιμάζεται τώρα
διάλεξε με ποιον θα κατοικήσεις
στη φωλιά των νεκρών προσευχών
με τη φωτιά Προμηθέας σε αφιλόξενη κλίνη
με το χώμα σάβανο, γενέθλια γη
ή με το όνειρο αντάρτη
φωτοδότη αστέρα
και πολεμιστή…

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018



Το χνώτο του χρόνου
και το αλλοπρόσαλλο της μνήμης…

κρατούσες στα χέρια σου
κείνη τη κλεμμένη άμμο
απ'το περιθώριο της θάλασσας
ο ήλιος σε διαπερνούσε
εκατοστό εκατοστό
και τόσο αργά
που δεν καταλάβαινες το θάνατο
παρά σαν χάδι τρυφερό…

από το έλλειμμα της αρχαίας συμπόνιας
ζούμε
να το ξέρεις
κι όχι απ’το περίσσευμα…

Ο πύργος αυτός στην αμμουδιά
μας περιμένει ακόμα…

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017



Στην κόψη του ξυραφιού…
Η φωνή μέσα μου σαν αντήχηση… σαν μυστικός ψαλμός… 

Στην κόψη του ξυραφιού… έτσι να ζεις…

Το τέλος… ποιο τέλος;
Η αρχή… ποια απ’όλες;
Φροντίδα και μέριμνες… οι εποχές… η μια μετά την άλλη…
Ένας κατεστραμμένος πίνακας κάποιου ζωγράφου που πέθανε άγνωστος…
Χειροποίητο…
Ένα μισοσβησμένο ποίημα… δεν βγάζεις νόημα… λέξεις που χύθηκαν ανάκατες πάνω στο λαδωμένο χαρτί…
Η μοναξιά… αυτή σε σβήνει… σε ακυρώνει… σε κάνει άηχο… νιώθεις, έτσι λες… πως νιώθεις… όμως για σκέψου ένα πρωινό που θα φορέσεις τα ρούχα σου και δεν θα νιώθεις… φαντάσου…

Στην κόψη του ξυραφιού…
Η φωνή επιμένει… σαν ανάσα ετοιμοθάνατου… ρόγχος… αγωνία για ύπαρξη… αγωνία για οτιδήποτε… ακόμα και για το πέταγμα ενός πουλιού… Η φωνή ανασαίνει…

Στην κόψη του ξυραφιού… έτσι να αγαπάς…

Στο κάτω κάτω δεν ήξερες… πώς μπορούσες να ξέρεις; Τι είναι τα χέρια σου; Τι θα κρατήσουν; Τι είναι τα μάτια σου; Τι θα δουν; Πώς μπορούσες να ξέρεις; Τι είναι οι φλέβες σου; Ποιο αίμα τρέχει μέσα σου; Δεν θα μπορούσες να ξέρεις…
Ξεκίνησες κάποτε τις ανακρίσεις… ρωτάς το σώμα σου και δεν πονάει… ρωτάς το φόβο σου και δεν ουρλιάζεις… ρωτάς τις νύχτες και δεν ξημερώνουν…
Κανείς δεν ξέρει…

Στην κόψη του ξυραφιού…
Κλείνω τα μάτια μου… όχι για να σε κρατήσω μέσα μου… για να μην με απειλείς άλλο πια… κουράστηκα να σε κοιτάζω όπου γυρνώ… Ναι… σε ακούω άλλα δεν αντέχω άλλο να σε βλέπω
Στην κόψη του ξυραφιού… έτσι να πεθαίνεις…

Μην αγοράζεις άλλο χρόνο… δεν χρειάζεται… δεν πρέπει…
Μην αγοράζεις άλλα ψέματα...
Ήξερες!

Και βέβαια ήξερες…



Hornbeam avenue

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017



Τι ένιωσες για μένα;
Τι ένιωσα για σένα;
Τι προλάβαμε;

Να ψηλαφίσεις το φως…
Να συλλαβίσεις το σύμπαν…
Να μετρήσεις τη θάλασσα…

Τι προλάβαμε;

Τι ένιωσες για μένα;
Περπάτησες μέσα μου
Αλλά δεν έφτασες κάπου
Χάθηκε το βήμα σου
Σε λαβυρίνθους…

Ίχνη φωτιάς
Πυρογραφήματα ψυχής
Πονάνε ακόμα…

Τι ένιωσα για σένα;

Θυμάμαι την έκπληξη στα μάτια σου
Όταν στο πρωτόπα
Συγκίνηση…

Μια λέξη στερέωμα
Ένας εγκατιαίος λυγμός
Που τα περιέχει όλα…


Δεκ2017




Smoke & fire.

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017




Ζεύγη ομοίων
τόσο όμορφων
φυσαλίδες γαλακτόχρωμες
που ανέρχονται νωχελικά
στο αρχαιώνιο φως…

ζεύγη λυγμών
παράξενων κι ερωτικών
που έλκονται απ’το νάρκισσο φως
στην εμπνοή του κόσμου
ν’ανοίξουν μια
κι ύστατη μαζί φορά
να εκδηλωθούν
να ταξιδέψουν…

ζεύγη στιγμών
που δεν ενώθηκαν ποτέ
όμως μαζί βρήκαν το δρόμο
γλίστρησαν ανάμεσα
απ’τ’αμίλητα δέντρα
και τις κλεισώρειες του βυθού
πέρασαν απ’το σκότεινο στο ευγενές
θυσίασαν το πένθιμο
έκλεψαν τον ελιγμό του Ενός

και δραπετεύουν στο έσχατο…