Κυριακή 1 Μαρτίου 2020



Απλοϊκά…


Μου πήρε χρόνια
Μου πήρε εαυτούς
Ντροπές μου ζήτησε
Και χαμαιλέοντες φόβους
Μα προσαρμόστηκα...

Να περπατάω στον εαυτό μου
Και να μην με ανταμώνω
Φωτιές να ορθώνω στο κορμί μου
Και να τις βλέπω δροσερές πηγές
Να με αγγίζω
Και να’ναι η αίσθηση ενός άλλου…

Δύσκολο ήταν
Μονάχα στην αρχή
Μα η θυσία έγινε
Και η τελετή
Δεν είχε μεγαλείο κανένα
Το αίμα που έτρεχε
Πρόσεχα μόνο
Να μην ποτίζει τα όνειρά μου
Αλλά να πλένει από τις ενοχές
Όσες δεν καταδέχτηκαν
να γίνουν λέξεις

Το έμαθα λοιπόν
Το χάραξα
Στο μενταγιόν του πόνου
Να τρέφομαι
Μονάχα με τον ελάχιστο
Από τον ήλιο που δικαιούμαι

Να έχω δάνειες φωνές
Και να τις λέω δικές μου

Να με φονεύω ηρωικά
Και να με αθωώνω…

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Και πρόστυχα με βάφτισα ποιητή
Για να ξορκίζω το βλέμμα του οίκτου
Πάνω στην άθλια φορεσιά μου

Το σκάλισα λοιπόν κι αυτό
Στο εκκρεμές ομοίωμά μου
Να έχω πυρετούς εγωισμού
Και να τους λέω έρωτες!

Στην απέναντι όχθη να με αντικρίζω
Αλλά να μην μπορώ να φτάσω ως εκεί
Και κάποτε πια
Να μη με νοιάζει

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Δεν κάνω για ποιητής εγώ
άνθρωπος στο δρόμο του Ανθρώπου 
ίσως
Έτσι, σκανδαλωδώς απλοϊκά

Κι έχω οφειλές ακόμη…

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020


Το Άλλο Εκείνο


Αν τα γυμνά ανθρώπινα κορμιά
υψώθηκαν και κρέμονται
στο σκοτεινό όργιο του σύμπαντος
κι αν φλέγονται
και ψύχονται μαζί

απ'το "ενεργεία" στο "δυνάμει"

κάτω απ'τα βλέμματα ανήλικων θεών
είναι που ακόμη ο αιώνιος οδοιπόρος
πραγματώνει αέναα
την Οδύσσειά του
και απ'την αγκαλιά της Κίρκης
κι απ'τους μηρούς της Καλυψούς
ορμάει στο φως
του έσχατου θανάτου
κι απλώνει στην επιστροφή
που τόσο πόθησε
μια επίκληση
στο μαύρο δίχτυ της Ανάγκης
για ν'αφανιστεί
όχι ως βασιλιάς
αλλά ως ζητιάνος

Κι η επίκλησή του
θα έχει λέξεις από αίμα
σύμφωνα από πέτρα
φωνήεντα από φως
και στο ουράνιο βλέμμα του
το Άλλο Εκείνο
που τον στερέωσε στο Είναι...

Και με ορθάνοιχτα τα μάτια
δικαιούσαι να ονειρεύεσαι

Και με κλεισμένους πνεύμονες
δικαιούσαι ν'ανασαίνεις

Ένα χωρίς Αυτό

χωρίς το Κάτοπτρο
χωρίς το Χάσμα



Εν εσαεί...

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020



Σηκώθηκε όλη η γη
Τα χώματα, οι ρίζες, τα κόκαλα…
Σηκώθηκε και όρθωσε το ανάστημά της…

Να είσαι θυμωμένος, να είσαι απροσπέλαστος

Έχεις ακόμη εκείνο το αρχαίο βλέμμα;
Δεν το έχασες κλέβοντας μέρες απ’τη Νύχτα;
Δεν το λησμόνησες μέσα στα μαστάρια της Κίρκης;
Έχεις ακόμα βλέμμα;

Να είσαι η πλημμύρα που έρχεται
Όχι το ρημαγμένο κοιμητήριο που απέμεινε…

Και  αν επιστρέψει ο αδελφός σου κάποτε
Από εκείνη τη νέκυια που τον στοίχειωνε από παιδί
Μην πάρεις στα χέρια σου όσα θα φέρει μαζί του
Μην τον αλλοιώσεις με τη λιπαρή σου ευωχία

Να είσαι η τρικυμία που καταστρέφει
Να είσαι υετός φωτιάς
Όχι το πρόθυμο καταφύγιο της υγρής ραστώνης…

Δες
Απ’το παράθυρό σου ο κόσμος
Άλλαξε…





The Bunker

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020


Α ν θ ρ ω π ο μ έ τ ρ η ς


Σάρκινα λουλούδια
φυτρώνουν σε μια άρρωστη γη
πάνω τους κόκκινες δροσοσταλίδες
ο χρόνος
δηλητηριάζει τα φύλλα
και τους μίσχους
ποτίζει με ιχώρ που αχνίζει

Σε είδα ξέρεις
στ’ όνειρό μου
γινόσουν χώμα
γινόσουν δέντρα
γινόσουν σύννεφα
γινόσουν αίμα…

Ο ανθρωπομέτρης
άπλωσε ένα λευκό μανδύα
πάνω στο πρόσωπό μας
το φως τρυπώνει μέσα από τη σκέψη
η αθανασία τρυπώνει από τη προσευχή
η αγάπη απόλυτη τιμή
και δεν αντέχει
ν’αργοπεθαίνει στο περίπου…

Σε είδα πάλι
ν’αγκαλιάζεις τον ήλιο
μονάχα με το χαμόγελό σου
καιγόσουν
γλώσσες φωτιάς
εξέχεαν τα σωθικά σου
και δεν ζητούσες να εξαγοράσεις
το πυρετό με τη δροσιά
αλλά το αύριο
με το τώρα
χωρίς να ξέρεις
πως ζούσες ξανά και ξανά
όλο το παρελθόν σου
σε μια εξάχνωση του απείρου
μόνο…

Ο ανθρωπομέτρης
άνοιξε ένα από τ’αναρίθμητα κελιά του
έβγαλε έναν ανήλικο ήλιο
στον λευκό σου κόρφο τον απίθωσε
άγγιξε τα πλευρά σου
τα φτερά σου άνοιξαν
σε άγγιξε στο πρόσωπο
και η λάμψη από την ομορφιά σου
απλώθηκε σε χίλια στερεώματα
άγγιξε το μυαλό σου
για να μπορέσεις να τον δεις

κι ύστερα

χαμογελώντας σαν μικρό παιδί
με μια του κίνηση
χώρισε το σώμα απ’το κεφάλι
και το ζεστό σου αίμα
που πλημμύρισε την μαύρη θάλασσα
του απείρου

έγινε γεννήσεις
έγινε θάνατοι
έγινε ρίγος
έγινε χώρος
έγινε άνθρωποι


ξανά…

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020




Ανίδρωση φωτός

Γύρισα πάλι απ’το χθες
το σήμερα είχε μια γεύση από σκουριά
φτηνό κρασί
ψωμί μπαγιάτικο
αφημένο μόνιμα στο νεροχύτη

γύρισα και έψαχνα για σένα…

λέω είσαι παντού
και απαντάς
ολόγυρα

λείπουν δυο ώρες
κάποιες μέρες
πρωινά
απογεύματα
μού λείπουν βλέμματα
φυλακισμένα δευτερόλεπτα
τα θέλω πίσω
και τις ανταύγειες εκείνης της Κυριακής
οι πλάτες γυρισμένες
που έβρεχε
για μένα μόνο

ανίδρωση φωτός

λέω ψέματα
και νιώθω
πως είναι η αλήθεια…

Γύρισα απ’το χθες
μαρμαρυγή φιλιών
στο ήπαρ
ουρλιάζει ο αόριστος
και στα νεφρά
κρυώνει ο ενεστώτας

το σχίσμα ετούτο δεν χωρίζει πια
οι όχθες αφανίστηκαν…
μοιάζει να γεφυρώνει δυο εφιάλτες

λείπουν στιγμές
ο μέλλοντας ένα μικρό σκουλήκι
τρώει το μυαλό μου
και όπου να’ναι
περιμένω
να σηκωθεί
η μπότα του ποτέ
να το συνθλίψει…



Steps of Light


Art Print by Mark Seawell 

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020


απόγευμα

κοιμόσουν δίπλα μου
ανάσαινες αργά
η δροσιά του απογεύματος
ίσα που άγγιζε σαν χάδι
το μετάξι στο κορμί σου
σε κοιτούσα
είχα στα χέρια μου τα πόδια σου
είχα στη καρδιά μου ένα πυρήνα από παλλόμενο φως
στα μάτια μου είχα
το ομορφότερο θέαμα της ζωής μου

σκεφτόμουν
ένα κομμάτι τελειότητας
αξιώθηκα Κύριε να αγγίξω
από την ευσπλαχνία Σου
να το γευτώ
έκοψες ένα μικρό σου θαύμα
και μου το προσέφερες
εδώ μπροστά στα σάρκινά μου μάτια
και δεν ξέρω αν θα το αντέξω ως το τέλος
να μην τολμήσω να μιλήσω
να μην τολμήσω να σιωπήσω
να μην αδράξω ούτε τη στιγμή
να μην τη μαγαρίσω
να μην δειλιάσω
να μυρίσω τη ζωή
να μην σηκώσω ανάστημα
να αρπάξω αυτό το δώρο

εκστατικός
να μείνω
κι αυτό είναι...

ιχνηλάτη μ'εφερες
στην ατραπό των ρόδων
στην θάλασσα των προσευχών
με δοκιμάζεις;
με την ιέρεια της άπειρης στιγμής
να ξεκουράζεται
τόσο κοντά μου
που ανασταίνεται μέσα μου καινό
ατόφιο
στης δόξας το άκτιστο φως
ως και το παρελθόν μου!

κοιμόσουν δίπλα μου
ανάσαινες αργά
η δροσιά του δειλινού
ίσα που άγγιζε
σαν χάδι παιδικό
το μετάξι στο κορμί σου

σε κοιτούσα
σ'εκλεβα
είχα στα χέρια μου τα πόδια σου
είχα στη καρδιά μου έναν καινούργιο άνθρωπο

στα μάτια μου είχα
το ομορφότερο θέαμα της ζωής μου





S o f t l y

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020



Ό,τι ορθώθηκε
ιερό
ατόφιο είναι
και δεν προσβάλλεται
δεν ρηγματώνεται
από τις φλεγμονές του
πρόσκαιρου
και του συγκαιρινού…

αρνούμαι να δώσω στο υπέροχο
ποιότητες
βλέμματα
και μαχαιριές του πόνου

αρνούμαι να σε δω
μέσα από
μολυσμένες βροχές
λέξεις οργής
θραύσματα μίσους

κι αρνούμαι μέσα από σένα
εμένα να ιχνεύω
ανάξιο…
κατώτερο…
ουτιδανό…

αν πρόκειται να λερώσω
το μητρώο της ύπαρξής μου
συνένοχο
εσένα δεν θα κάνω…

Fallen angel
Stefan Eisele

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020


Απρόσαπτη πόλη


Ωραία η πόλη
η απρόσαπτη πόλη
έχει βγάλει πλοκάμια
και πνίγει τους ανθρώπους
τους ζεσταίνει πρώτα
μέσα στο πύο της νύχτας
κι έπειτα
με άφατη στοργή
τους μαραζώνει
και τους πνίγει...

Χαμογελάει η ανείδεη πόλη
χωρίζει τους εκλεκτούς
απ'τους γονείς τους
θρέφει τις νεκροκόμες θυγατέρες
με όνειρα
κλείνει στο ρυπαρό της πέπλο
όσα δεν αρμόζουν στο λυγμό της

Αργοπεθαίνουν όλοι
ευτυχισμένοι

δηλητηριασμένοι
όχι από θάνατο
αλλά από ζωή

από την πρώτη ώρα
που το λαιμητόμο τραύμα
τους σημαδεύει στο υπογάστριο
από την πρώτη στιγμή
που το ακόντιο του Δολιοφθορέα
τους διαπερνά κατάστηθα

από την πρώτα ανάσα
στο τοξικό της αίμα

αργοπεθαίνουν

μολυσμένοι όχι από θάνατο

αλλά από ζωή...


Ψαθυρή βοή

Μου είπες κάποτε
οι φίλοι σου όλοι
είναι νεκροί
αρχαίοι ποιητές
και τροβαδούροι
πολεμιστές που έσβησαν
σε απελπισίας ιαχές
και οράματα θεών
που έχει λησμονήσει πια
ως και ο νύχτιος βρόμος
γύρνα σε μένα!
γύρνα στο τώρα!
κοίταξέ με
είμαι για σένα ζωντανή!

δεν σου είπα τίποτα
δεν σε ντρεπόμουν
όμως δεν είχα λέξεις
για να σε ξεδιψάσουν
αναπαυόμουν πάντοτε
από παιδί σχεδόν
στο σπαραγμό των αδελφών μου
στο λύγμιο πόνο τους
στον μεθυσμένο θάνατό τους
πώς να προδώσω σου έλεγα
το αρχαίο ρίγος;
αφού απ’αυτό αρύομαι φως
αφού απ’αυτό ανασαίνω
αφού αυτό ενδύομαι κατασάρκιο
τη γύμνια μου να υποφέρω…

κι έγινες μικρή σιωπή
και κρύφτηκες
σε κείνη των ανθρώπων
την ψαθυρή βοή
που ξημερώνει το μάταιο

κι έστρεψες μακριά μου
πρώτα το σώμα
κι έπειτα το βλέμμα…



Her Guilty Pleasure Art Print by tomorca

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020



Αλκεδαμά(χ)
  
τόποι φωτός
οι ασημένιες ενοχές
πλεξούδες από μάρμαρο
στο νοτισμένο χώμα των πατέρων

αποτυπώματα
πέλματα γυμνών θεών
που δεν σταυρώθηκαν ποτέ
δεν έστερξαν τον άνθρωπο
δεν οικειώθηκαν την ανάγκη του

τόποι ομίχλης σάρκινης
σταλαγματιές ρόδινου αίματος
σύννεφα λιπαρά
αγέλαστες ημέρες

πώς να'βγει ο Διδάσκαλος
συντροφιά με το όνειρο
και την ελπίδα
για ν'αγκαλιάσει τους ανθρώπους

ως και ο Ιούδας
έχει από μέρες εξαφανισμένος
αναζητά τον αγρό του κεραμέως
να επενδύσει το χειμώνα της ψυχής του

να σπείρει θλίψη

για να θερίσει απουσία...