Σάββατο 18 Μαΐου 2024

  

Amor fati


Κι έτσι λοιπόν βρίσκομαι εδώ
Μονάχος
Απέναντι στο Όλο

Τι έμελλε να γίνω
το αγνοώ

βούτηξα στον ποταμό
του σκοτεινού Εφέσιου
κι αλλιώτικος βγήκα
στην απέναντι όχθη

κι όμως
ξανά ο ίδιος!
τον άκουσα να λέει θυμωμένος

Τι σκόπευα να γίνω
ακόμη το αγνοώ

Και δεν θυμάμαι
αν κάποτε σκεφτόμουν

Όσο που τέντωνα το τόξο
για να δοκιμάσω
της χορδής τη γενναιότητα
όχι γιατί έπρεπε να σπάσω πρώτα
κι έπρειτα να τεντωθώ ξανά
μα γιατί η δύναμη τυραννιέται μόνον
από εκείνον που τη δυναστεύει

Λοιπόν ο Ιθακήσιος βασιλιάς
καλά το είχε στοχαστεί
και ντροπαλός εστάθη
μπροστά στη Ναυσικά

από το βλέμμα του
κρατώ ένα νεύμα
ψίθυρος αύρας βραδινής
σ' ερημικό ακρογιάλι

Γιατί στη συστολή την κερδισμένη
στο εργαστήρι της σιωπής
η αποκοτιά κλίνει το γόνυ
αφού μπροστά της ορθώνεται η σοφία

Τι μου έπρεπε να γίνω
αδιαφορώ

Αφρόντιστος μια μέρα
όρμηξα στον ποταμό του Εφέσιου μονώτη
άλλος που μπήκα στο ανήλικο νερό
κι άλλος που βγήκα
στην αρχαία όχθη

κι όμως
τον άκουσα να λέει


ο ίδιος πάντα...

 

Δευτέρα 13 Μαΐου 2024

 

  

Ο άνθρωπος
που ήταν να φέρει τη βροχή
δεν ήταν άγγελος θανάτου
δεν είχε εκστομιστεί
από την μήτρα της Ατης
δεν είχε λύσει τα δεσμά
του Προμηθέα
από τον Καύκασο του Απείρου

υπεράνθρωπος
δεν ήταν
ούτε περπάτησε ποτέ με τους θεούς…

στα χέρια του
αναπαριστούσε
την πρώτη του ανθρώπου αγάπη
και την εμπιστοσύνη μας είχε
στη φαρέτρα του
για να ξορκίζει την αιώνια μοναξιά του

δεν είχαμε άλλο να του δώσουμε
δεν είχαμε άλλο πιο ακριβό
να του κληροδοτήσουμε
μόνος θα έπρεπε να πολεμήσει
να ηττηθεί
ή να νικήσει…

Ο άνθρωπος
που ήταν να φέρει τη βροχή
αδελφός μας ήταν
από τους πιο αγαπημένους
πατέρας
εραστής και ερωμένος ήταν
από κείνους που προικίστηκαν με αθανασία 
από όλους μας
ο πιο καταραμένος…

δεν είχαμε βλέμμα να τον ξεπροβοδίσουμε
δεν είχαμε χέρια να τον αγκαλιάσουμε
δεν είχαμε το αύριο
να τον παρηγορήσουμε…

Ο άνθρωπος που ήταν
κάποια από τις μέρες των αιώνων
να φέρει τη βροχή
έγινε βροχή
κόκκινη σαν το αίμα του
κι έπεσε στα χωράφια της καρδιάς μας

για να τον καλούμε πάντα στα όνειρά μας
και να μας χαμογελά…
 

Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

 

Εμείς
Οι εγκλωβισμένοι του Χθες
Στο φρικαλέο τριγμό του Σήμερα
Επικαλούμαστε ένα διωγμό
Ένα ανάθεμα
Ή μια ανάσα εφιάλτη
Για να επιστρέψουμε εκεί
Όπου βιώνουμε το Υπέροχο
Το Απόλυτο
Το Αληθινό
Και κατοικία μας είναι
Όχι ο χρόνος
Ούτε ο πόνος
Αλλά οι στίχοι απ’τα τραγούδια
Των βάρδων…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’ οποιονδήποτε ‘άλλο’
Εμείς ξέρουμε καλύτερα
Τι σημαίνει ν’ανήκεις στο Χθες
Και να προσδοκάς το Αύριο
Να επιστρέφεις
Για να ησυχάσεις
Και να γαληνέψεις
Κι όχι για να βιώσεις ξανά
Ό,τι για πάντα χάθηκε…

Περισσότερο απ’όλους
Κι από καθέναν χωριστά
Σ’εμάς ανήκει το Αύριο
Γιατί θυσιάσαμε όλη μας την ακεραιότητα
Κι όλη μας τη ρώμη
Οραματιζόμενοι ευρύχωρους κόσμους
Από ηδονές και αγιοσύνη
Γιατί δεν ρίξαμε κάτω
Τις ασπίδες στις ήττες
Γιατί δεν τραγουδήσαμε ποτέ
Όπως το αξίζαμε
Στους λιγοστούς θριάμβους…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’όλους τους άλλους
Εμείς
Αγαπήσαμε τη ματαιότητα
Λατρέψαμε το πρόσκαιρο
Υμνήσαμε το φθαρτό
Σμιλέψαμε το Απρόσιτο
Και κατοικήσαμε μέσα του
Και σήμερα μπορούμε
Αν το θελήσουμε αληθινά
Ν’αναστηθούμε από τη τέφρα μας
Να σηκωθούμε αγέρωχοι
Να ξεκινήσουμε ξανά
Να στοχαστούμε απ’την αρχή
Όχι σ’ένα τέλος που θα αρμόζει
Στην αποκοτιά μας
Να υπάρχουμε
Μα σ’ένα πέρας μυητικό
Ένα ολοκαύτωμα ανδρείο
Ένα στροβίλισμα φωτός και χάους
Πριν σφαίρες γίνουμε
Από αστρόσκονη και Νύχτα

Κι αναλωθούμε οριστικά
Και υπέροχα…

Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

 


Όραμα

Είχα
Ένα περίεργο όραμα
Ο Ιησούς
Αιμόφυρτος
Κατέρχεται απ΄το Σταυρό
Βαδίζει ανάμεσα στους έκπληκτους στρατιώτες
Πλησιάζει τη μητέρα Tου
Της χαρίζει ένα βλέμμα απορίας
Πλησιάζει τον Ιωάννη
Του χαρίζει ένα χαμόγελο στοργής
Πλησιάζει έναν άγνωστο
Του χαρίζει σταγόνες απ’το αίμα Του
Συνεχίζει τον αργό βηματισμό Του

Κι ενώ σχίζεται ο ουρανός
Και σείεται η Γη
Εκείνος φτάνει αγέρωχος
Και σιωπηλός
Στο δέντρο που φιλοξενεί
Τον κρεμασμένο Ιούδα
Του αγκαλιάζει τα πόδια
Τον φιλά
Κάτι του ψιθυρίζει
Χαιδεύει τρυφερά
Το άψυχο κορμί
Τον λύνει
Τον παίρνει στ’Αγια χέρια Του
Και τον πηγαίνει ως τον Τάφο
Που ήταν προορισμένος για Κείνον…

Το στερέωμα πλένεται
Από βροχή και αίμα
Από οργή και ανάσες
Τα χώματα της σκέψης
Καθάρονται σε μια στιγμή
Απ’τη σιωπή όσων
Ευλογήθηκαν
Να Δουν…
Να καταλάβουν…

Κι ο Κύριος τον φίλο Του
αποθέτει στη πέτρα
τον σκεπάζει με καθαρό σεντόνι
τον σκεπάζει με στοργή
Του χαρίζει μια αιωνιότητα αγάπης
Δακρύζει ο Διδάσκαλος
Και η σπηλιά ανασαίνει
Σαν ζωντανός οργανισμός

Κι ύστερα βγαίνει
Επιστρέφει
Βαδίζει πάλι ανάμεσα στο κόσμο
Οι ποταμοί βροχής
Πλένουν το άχραντο κορμί
Οι αιώνες πάνω Του
Ρυτιδώνουν τον αέρα που αναπνέει
Και τα ρυάκια από νερό
Και αίμα
Γίνονται ύστερα από λίγο
Ιαχές
Ρομφαίες Πυρός
Και δέσμες άκτιστου Φωτός

Κι Εκείνος
Πλησιάζει το φοβισμένο Εκατόνταρχο
Και του ζητά
Απλά
Πολύ απλά
Να Τον καρφώσει πάλι
Στο Σταυρό Του…





Look ahead
Ivano Cheli 

Σάββατο 27 Απριλίου 2024

 

 
Χώνεται ο σταυρός βαθιά στο χώμα
η γη αντιδρά
ριγά
αναρωτιέται
πώς Εκείνος που δεν γνωρίζει από διαστάσεις
ειρκτές και ορισμούς
θα επιτρέψει στο αίμα Του
να την ραντίσει

και οι στοχασμοί της
γίνονται βροχή
και ορίζοντες υδροφόροι
θυμωμένοι
σπασμοί και ωδίνες

και το ανεπίτρεπτο αρνείται να δεχθεί

το αίμα του Ανθρώπου
δεν μπορεί να υποδεχθεί

και το αποβάλει

κι εκείνο γίνεται ιαχή
και χρόνος
και μαρμαρυγή
και βλέμμα

και αλλάζει
το πρόσωπο του κόσμου…



http://incarnatus.snack.ws/-9.html

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

 

Οπλισμένος
 

…και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη
αγνοώντας το βλέμμα της Γοργόνας
στα δεξιά της ψυχής του
αγνοώντας το νεύμα της Κίρκης
αριστερά της ζωής του

κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη

οπλισμένος

και ξαφνικά
πίσω από το είδωλό του
εμφανίστηκε
εκείνος
που κάποτε στο αίνιγμα της Σφίγγας
είχε απαντήσει
ο άνθρωπος

ο άνθρωπος

και κατέβασε το όπλο

και ο καθρέφτης θρυμματίστηκε…
 

Κυριακή 24 Μαρτίου 2024


 


Κορδόνι

Το μαύρο κορδόνι
Έγινε λευκό σχοινί
Τυλίχτηκε γύρω απ’το λαιμό
Και στον επιθανάτιο ρόγχο
Είδα τον κόσμο
Όπως αληθινά είναι

Είδα χέρια αποσαρκωμένα
Αιδοία και πέη ματωμένα
Είδα υγιείς λερωμένους με ζωή
Και αρρώστους πρησμένους
Απ’το σφρίγος του θανάτου
Είδα παιδιά σκελετωμένα
Και υπέρβαρους φιλάνθρωπους
Να στάζουν λίπος και δάνειο οίκτο
Είδα ανθρώπους λουσμένους στο φως του έρωτα
Και είδα πως τούτο το φως
Ήταν γεμάτο φλύκταινες και πύο

Το μαύρο περιλαίμιο
Έγινε άσπρη λαιμαριά
Με τύλιξε ακόμη πιο σφιχτά
Καθώς ακόμη όλα δεν τα είδα

Γέροντες είδα που εκπόρνευαν τη σοφία τους
Και νέους που εκπόρνευαν το σώμα τους
Είδα χαμαιλέοντες με μορφή ανθρώπου
Και αγνούς σακάτηδες που σέρνονταν κοντά μου
Κοπέλες δρόσινες
Να ξεπουλιούνται για μια κίβδηλη ζωή
Και αγόρια που λάτρεψε ο ήλιος
Να σκάβουν το σκοτάδι
Με τα ωραία τους δάχτυλα

Μάτια βγαλμένα
είδα
Από τυφλούς
Που σιχάθηκαν να βλέπουν
Και σαν τον Ωριγένη
Ευνούχους που λάτρεψαν
Την αναπηρία τους

Πονούσα
Σχιζόταν η καρδιά μου
Και η μαύρη ζώνη
Έγινε λευκή φωτιά
Και λίγο πριν με αναλώσει ηδονικά
Είδα κι εμένα
Να περιφέρομαι
Σα να μην συμβαίνει τίποτα
Ανάμεσά τους…





Inverted World