Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025


Ακρότατο


Ακρότατο
όπως στο ημίφως του μεγάλου σπηλαίου
που φωλιάζουν οι σκιές των βιαστών μου
που κρέμονται από ασημένιες αρπάγες
οι αρρωστημένες ενοχές μου
και πλαδαρά αναπαύονται
κάποιες στοιχειωμένες πια αναπνοές

είμαι στο τέμενος του ακρότατου
είμαι στο χείλος του εαυτού
τρέφομαι με νευρώσεις και άσθματα
αγχωτικών στοχασμών για το Επέκεινα...


Ακρότατο
όπως στο χαρισμένο χαμόγελο της Παράδοσης
που τρεμοπαίζουν οι αχνές λάμψεις μιας Ελληνίδας και μιας Ιουδαίας
που απλώνονται νωχελικά τα εθνικά πλοκάμια της φρίκης
της ήττας και του χρέους
και πιο πολύ της σύγχυσης
και περιέχομαι στου πυρετού αυτού
το χιλιόχρονο ρόγχο

στο τέμενος του ακρότατου
στο Ιερό του εαυτού
πληγώνομαι μόνο από εμένα
και ξανά σηκώνομαι
γιατί πρέπει
πληγή τη πληγή
ψέμα το ψέμα
νύχτα τη νύχτα
κάποτε να αξιωθώ να φύγω...

Ακρότατο
όπως τα δάκρυά σου όταν σε πρόδωσα
και τα φιλιά της απουσίας σου
στο πέτρινό μου στρώμα...

πρωτογραφή άγνωστο πότε... ίσως τέλη του προηγούμενου αιώνα, ίσως αρχές αυτού του αιώνα... 
αδύνατον να ανακαλέσω...


The big wrld

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025



Ανατολή


Έζησα ένα θρίαμβο ικέτη
Μέσα από ήττες ένδοξες
Μέσα από νύχτιες ωδίνες
Βίωσα μια φωτεινή ακεραιότητα

Κι έχω φόρεμα το γέρμα του ήλιου
Και φυλαχτό το πρόσωπο της Περσεφόνης

Που βρίσκεται η ψυχή μου
Αν όχι μέσα στον παγκόσμιο πόνο;

Δεν είχα γεννηθεί
Μα ψέλλιζα κιόλας χτυποκάρδια
Όχι, δεν είχα μάτια σάρκινα
Είχα όμως τη κληρονομιά των άστρων

Έζησα μια ευλογημένη θλίψη
Μέσα από δάνειες επιτυχίες
Κρυμμένος ήταν ο Απόλλωνας
Στα δάκρυα της μοναξιάς μου
Κι είχα στεφάνι ακριβό
Απ’το ατσάλι του Ηφαίστου
Κι ένα σεντόνι
Απ’το μετάξι της Εργάνης

Που βρίσκεται η καρδιά μου
Αν όχι στο άγγιγμα ενός παιδιού ορφανού;

Δεν έχω φλόγα για να σβήσει
Δεν έχω θάνατο να με αναλώνει
Μα στέκομαι στην Ανατολή
Κι έχω περήφανο το βλέμμα
Σ’ο,τι αρνήθηκε να λησμονηθεί
Και σ’ό,τι ονειρεύτηκα
Πως θα με αφανίσει…

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

 

Ξημέρωσε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σα να με γέννησε η σιωπή
σε σαρκοφάγο άσύλητη
του Χρόνου

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα παρθένα δάκρυά μου
άκουγα μέσα στη σιγή του πρωινού
να με καλείς
κι ανασταινόμουν

Έχτισα κύτταρα
Έχτισα βλέμμα
Έγινα αίμα και κορμί
Έγινα πνεύμα

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

ολόκληρος φωτιά
νύχτιο σπέρμα

σκίρτησα...

σαν άστρο στο γλυκό σου ουρανό
πόθησα να λάμψω
να φυλακίσω τις ενέργειες
να γίνω ρόδακας φωτός
να πλύνω τα μαλλιά σου
στην πρωτανάσα μου

ρίγησα...

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα ζεστά μου δάκρυα

Χωρίς φωνή εγώ
Ολόκληρος εσύ

Και αγγίγματα παράξενα

Και λαιμητόμες σκέψεις

Και ιαχών σπαράγματα 

Και προδομένες πόλεις

Και υετοί ονείρων

Και λιακάδες...

Χωρίς στερέωμα εγώ
Μα ολόκληρος εσύ

Ξημέρωνε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σαρκωνόμουν...

και ήταν άγριος άνεμος
αυτός που μού'φερε στο πρόσωπο
το κάλεσμά σου
τον καλοδέχτηκα...

Χωρίς εμένα εγώ
Όλος εσύ

Χωρίς το άλγος του αύριο
αψηλάφητος

Χωρίς της ειμαρμένης το λυγμό
αξόδευτος

Χωρίς το πένθος της φθοράς 

Αιώνιος


Ακέραιος εσύ...


[ … illuminated ]

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

 

 Omen  Aeternus 

 

 …και υπήρχαν δρόμοι σκοτεινοί κατά τη διάρκεια της ημέρας

έγκυες γυναίκες απέβαλλαν δίπλα σε περιττώματα σκύλων

μοναχικοί εφιάλτες έκραζαν τους ονειρευτές τους

λεπροί  κανίβαλοι νάνοι

ιερουργούσαν στις εκκλησίες

 

και το πνεύμα του Θεού περιφερόταν πάνω από το λερό κορμί της Γης…

 

 …και υπήρχαν παιδιά πρησμένα από το χτες

δημαγωγοί σάτυροι και νεκρονόμοι

κρεμασμένοι έξω από τα σπίτια τους από τσιγκέλια

στα σχολεία

οι καθηγητές ουρούσαν πάνω στα βιβλία τους

 

και το πνεύμα του Θεού περιφερόταν πάνω από το λερό κορμί της Γης…

 

 …και λάμβανε την θεία κοινωνία ο μοιχός

και δεν νεκρωνόταν

και λάμβανε την θεία κοινωνία ο βλάσφημος

και δεν νεκρωνόταν

και λάμβανε την θεία κοινωνία ο άγιος

και πυρπολείτο το σώμα του

 

και το πνεύμα του Θεού περιφερόταν πάνω από το λερό κορμί της Γης…

  

…και πήρε τα παιδιά του ο Κερασφόρος

και τα έκλεισε όλα σε μια μεγάλη κιβωτό

της έβαλε φωτιά που θέριεψε με ανθρώπινο λίπος

και όταν κατέκαυσε ό,τι είχε απομείνει στην ταλαίπωρη γη

ανελήφθη στους ουρανούς

 

και το πνεύμα του Θεού δεν περιφερόταν πια

πάνω απ’ το λερό κορμί της Γης…

 

 

Apocalypse

© Vadim Dimoff

Who can save us?


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

 

Infinity by Domenico Petrocca

 

aeternum exilium

 

το φιλί της

εκείνη την ημέρα

που θυμάται το σώμα

κι εσύ κοντεύεις να ξεχάσεις

είχε τη δροσιά του ήρεμου

μοναχικού πρωινού

σε τόπο απόμακρο

δίχως θεούς ή ανθρώπους

και με το χρόνο να έχει σκαρφαλώσει

στη ράχη σου

και να σε γδέρνει σα μικρό γατί

 

αυτό ήταν το κύρος της στιγμής

κι εσύ το αγνόησες

έμεινες στο εγγύς, στο κερδισμένο άκοπα

της νεανικής γοητείας

και σου λείπει τόσο…

 

μα έρχεται η μέρα

που θα αποκαταστήσει τα πάντα

στην πρώτη τους δόξα

και το φως

για όσους δεν είναι τόσο τυφλωμένοι

θα κάνει διάφανο αυτό που έπεται

στυφό ή πικρό

γλυκό ή άγευστο

με το βλέμμα νιώθεις

κι όχι με το άγγιγμα

 

αν είναι αυτή η εξορία

ή η αιώνια που ακολουθεί

τι να σε ενδιαφέρει πλέον…

 

εσύ δεν ήσουν εδώ

όταν γεννιόταν

κι έτσι απαρηγόρητος

δεν συγκλονίζεσαι

δεν σπαράζεις…

 

τι κρίμα…

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025


γραμμές
αγάπης...


έχει μια παράξενη ησυχία απόψε...

νομίζω πως για κάποιον άγνωστο λόγο
θέλησαν όλοι
έστω για λίγο
να μου επιτρέψουν να σε ορθώσω εδώ
στο μοναχικό μου δωμάτιο
να έχω τις διαστάσεις σου
να έχω την ανάσα των χεριών σου
την αύρα των χειλιών σου

καθώς μιλάς
εγώ να μένω σιωπηλός

καθώς γελάς
εγώ να κρατάω σαν φύλακας πολεμιστής
την ιερότητα
ακέραια...

όταν εισπνέεις
να κρατάω την ανάσα μου

κι όταν εκπνέεις
να σ'ακολουθώ
να συντονίζομαι μαζί σου

σε κείνο τον όμορφο
τον μαγικό
τον σπάνιο χορό
δυο υπάρξεων
που μέσα
σε τούτη την αληθινά
παράξενη ησυχία
είναι μαζί
έχουν μαζί
νιώθουν μαζί
γεννούν μαζί
ένα ολόκληρο σύμπαν
από μουσικές
και παύσεις
και ματιές
και δρόσινα φιλιά

και ακόμη

εκείνες τις ολόφωτες
παλλόμενες
σαν μέδουσες με πολύχρωμα πλοκάμια
στων αβύσσων τα ασύνορα βάθη
αδρές κι ευγενικές

γραμμές
αγάπης...

 

 

Lovers
Art Print by Takeshi Marumoto

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025

 


Εσύ άγνωστε
που με προσπέρασες με το βλέμμα στο δρόμο
τον ιδρώτα στο πρόσωπο
τη σιωπή στο πουκάμισο
δεν ήξερες
πως με διδάσκεις
στην ένταση του πρώτου στοχασμού
να υποδέχομαι την κάθε σταλαγματιά φωτός
σαν δώρο απρόσμενο!

Κι εσύ
που με το φίλο σου αρπάζεσαι
και αραδιάζεις τα τεκμήρια του θριάμβου σου
ενώ εκείνος συρρικνώνεται ολοένα
μπροστά στο ανάστημά σου
δεν ήξερες
πως με διδάσκεις
να αντισταθμίζω στο πυρωμένο χτύπημα της φλέβας
της άρρωστης από το νέκταρ της αλαζονείας
ένα χαμόγελο αδειοσύνης
και την απουσία της ώρας
από το λεπτό
και του λεπτού
από το δευτερόλεπτο…

Όμως κι εσύ
που φωνάζεις
κρυμμένος πίσω από μια στολή
ή μια θέση
ή ένα πρόσκαιρο αξίωμα
δεν ήξερες πως με διδάσκεις
να στερεώνω κάθε βράδυ στον ουρανό
με υπομονή ασκητή
και πείσμα ερημίτη
όλα τα πληγωμένα άστρα
που θα ήταν κιόλας νεκρά
αν δεν προλάβαινε ο Τρελός με τη μαγκούρα
να τα μαζέψει στην αρχαία του αγκαλιά
και να τα εμπιστευτεί
σ’ένα παιδί
ή σ’έναν ονειροπόλο
για να τα θεραπεύσει…

και αν δεν έχουν επιβιώσει όλα τους
ως το επόμενο πρωινό
η τιμωρία μου θα είναι
να μένω σιωπηλός
ώσπου εντός μου ν’αναστηθεί ξανά
σαν φως
σαν έρωτας
σαν λόγος

ο Ένας και ακέραιος
που με διδάσκει διαρκώς
πως
διδάσκαλοι
δεν υπάρχουν
μονάχα
διαρκής μαθητεία…

κι αγάπη


διαρκής…