Πέμπτη 26 Απριλίου 2012
Παρασκευή 20 Απριλίου 2012
Εμείς, εδώ
στη Μεγάλη Μοναξιά
συζητούμε για σένα
κατεβήκαμε απ’το όνειρο
μ’ένα κομμάτι ουρανό
και γίναμε μια δρασκελιά φωτός
στο μαύρο χώμα
Σφυροκοπάει το μάταιο
τη ζωή στις φλέβες μας
αγγίζουμε τα νιάτα στη σάρκα
και γίνεται χρόνος και χάνεται
λαμποκοπάει το μέταλλο του πόνου
παίρνει κεφάλια κάθε μέρα
κάθε λεπτό
ο Λήσταρχος που φλέγεται από πόθο
για το χαμόγελό μας
φωτιά και ύαινες
και άρπαγες και οιμωγές
και στερεώματα οργωμένα από βλέμματα
και προσευχές ιερές
κατάρες, φονικά
και αγκαλιές σαν ξέφωτα ήλιου
πλούσιο το τραπέζι μας…
Εμείς, εδώ
στη Δριμιά Ανάγκη
κάθε πρωινό συνωμοτούμε
κι εργαζόμαστε
το θάνατό σου
και κάθε βράδυ
σε γιορτάζουμε
κάνουμε έρωτα τον έρωτα
και απλωνόμαστε
και το όνειρο εκείνο
όνειρο κάνουμε
και μέσα του ξεχνιόμαστε…
απρ2012
Tiermas
(Spain)
Photo
night.
Κυριακή 15 Απριλίου 2012
sensorium dei
ο θεός είναι ένα μικρό, κάτασπρο βότσαλο
σε μια παραλία με μαύρη άμμο
κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τη σημασία του εκεί
και κανείς δεν ξέρει αν τούτο το ασυμβίβαστο άσπρο στόμα
στο εβένινο πρόσωπο του αγνώστου
αναπνέει
ολόγυρά του
ίχνη από πέλματα
κανείς δεν ξέρει τα δικά του
κανείς δεν έχει βλέμμα
ολόγυρά του
παρουσία ζωής
και απουσία ζωντανών
ολόγυρά του
ούτε ένα χέρι συμπόνιας
ούτε ένα βλέμμα απαξίωσης
ούτε μια ρυτίδα χρόνου
ολόγυρά του
ούτε μια σκέψη
θετική ή αρνητική
και κανείς δεν ξέρει αν τούτο το λευκό φιλί
στο μαύρο πρόσωπο του απείρου
έχει την αγωνία της ύπαρξής του
αν έχει την μοναξιά της φυλακής του
κι αν ήθελε
κι εμείς να ξέρουμε
πως ανασαίνει…
αυγ2010
Δευτέρα 9 Απριλίου 2012
Όραμα
Είχα
Ένα περίεργο όραμα
Ο Ιησούς
Αιμόφυρτος
Κατέρχεται απ΄το Σταυρό
Βαδίζει ανάμεσα στους έκπληκτους στρατιώτες
Πλησιάζει τη μητέρα Tου
Της χαρίζει ένα βλέμμα απορίας
Πλησιάζει τον Ιωάννη
Του χαρίζει ένα χαμόγελο στοργής
Πλησιάζει έναν άγνωστο
Του χαρίζει σταγόνες απ’το αίμα Του
Συνεχίζει τον αργό βηματισμό Του
Κι ενώ σχίζεται ο ουρανός
Και σείεται η Γη
Εκείνος φτάνει αγέρωχος
Και σιωπηλός
Στο δέντρο που φιλοξενεί
Τον κρεμασμένο Ιούδα
Του αγκαλιάζει τα πόδια
Τον φιλά
Κάτι του ψιθυρίζει
Χαιδεύει τρυφερά
Το άψυχο κορμί
Τον λύνει
Τον παίρνει στ’Αγια χέρια Του
Και τον πηγαίνει ως τον Τάφο
Που ήταν προορισμένος για Κείνον…
Το στερέωμα πλένεται
Από βροχή και αίμα
Από οργή και ανάσες
Τα χώματα της σκέψης
Καθάρονται σε μια στιγμή
Απ’τη σιωπή όσων
Ευλογήθηκαν
Να Δουν…
Να καταλάβουν…
Κι ο Κύριος τον φίλο Του
αποθέτει στη πέτρα
τον σκεπάζει με καθαρό σεντόνι
τον σκεπάζει με στοργή
Του χαρίζει μια αιωνιότητα αγάπης
Δακρύζει ο Διδάσκαλος
Και η σπηλιά ανασαίνει
Σαν ζωντανός οργανισμός
Κι ύστερα βγαίνει
Επιστρέφει
Βαδίζει πάλι ανάμεσα στο κόσμο
Οι ποταμοί βροχής
Πλένουν το άχραντο κορμί
Οι αιώνες πάνω Του
Ρυτιδώνουν τον αέρα που αναπνέει
Και τα ρυάκια από νερό
Και αίμα
Γίνονται ύστερα από λίγο
Ιαχές
Ρομφαίες Πυρός
Και δέσμες άκτιστου Φωτός
Κι Εκείνος
Πλησιάζει το φοβισμένο Εκατόνταρχο
Και του ζητά
Απλά
Πολύ απλά
Να Τον καρφώσει πάλι
Στο Σταυρό Του…
Σεπ 2009
Κυριακή 1 Απριλίου 2012
Φυλάκιο
Στις υπώρειες του Απρόσιτου Όρους συνέβη
Εκεί όπου δεν αντέχονται όσα βλέπει κανείς
Εκεί όπου δεν αντέχονται όσα ακούει κανείς
Εκεί όπου δεν αντέχονται όσα βιώνει κανείς
Ήρθα επισκέπτης στο φυλάκιο αυτό…
Προνομιούχος να γευτώ όσο αντέξω
Εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί από χείλη ανθρώπων…
Είχα στα χέρια μου ομίχλη
Και δάνειο αίμα της αυγής
Και τάισα το σκοτάδι που άπληστα ρουφούσε από το ιχώρ του Απείρου
Όσο άντεχε να καταναλώσει
Το σκοτάδι με οδήγησε πέρα από το Αρχαίο Δάσος
Στο αφιλόξενο μονοπάτι των εφτά αρτηριών
Που αιμοδοτούν εδώ και αιώνες τον Φύλακα…
Δεν μου επετράπη να τον κοιτάξω ολόισια στα μάτια
Μετά βίας μπορούσα να ανεχτώ τον ήχο της φωνής του…
Και ο Φύλακας του Ρόδου μονολογούσε… όπως πάντα…
Δεν αγαπήσατε ποτέ…
…υποφέρετε απλώς, κάποιες στιγμές υποφέρετε από επικοινωνιακή πείνα…
…τα επίπεδα διάδρασης πέφτουν τόσο πολύ στο αίμα σας που έχετε την άπληστη, άμεση ανάγκη για δημιουργία ‘σχέσης’…
…δεν έχετε πλαστεί για να σχετίζεστε…
… δειλά και ασήμαντα τα βήματα του είναι σας… έχουν την μελαγχολική πάχνη ενός φθινοπωρινού αιώνιου πρωινού…
…είστε ανίκανοι να μεταλλαχθείτε σε χειμωνιάτικη καταιγίδα…
…είστε αναιμικοί για να μεταστοιχειωθείτε σε ανοιξιάτικη γέννηση…
…είστε ποτισμένοι τόσο πολύ με θάνατο που τα καλοκαίρια δεν μπορούν να φωτοδοτήσουν το είναι σας…
…μόνοι σας επινοείτε την μοναξιά σας…
…μόνοι σας εμπειρώνεστε την νόθα συντροφικότητα…
…μόνοι σας κατασκευάζετε το θόρυβο στο μυαλό σας…
… δεν αγαπήσατε ποτέ…
… πεινάτε… διψάτε για Ύπαρξη…
… αλλά δεν είστε άξιοι να μεταλάβετε ούτε μια δροσοσταλίδα από την δεξαμενή που σας προσφέρεται…
…ακοινώνητοι…
…αποσυνάγωγοι…
…συμπαγείς και απρόσβλητοι από τα πάντα…
…τι μπορώ να προσφέρω στις ψυχές σας; Μονάχα το άρωμα του Ρόδου…
…δεν το θέλετε, δεν το έχετε ανάγκη…
…τις ανάγκες σας τις αγοράζετε…
…τις επιθυμίες σας τις εξαγοράζετε…
…τις ηδονές σας τις νοικιάζετε…
…και το χαμόγελό σας δεν αρκεί για να ζεστάνει κανένα από τα πρωινά σας…
…και τούτο το Ρόδο θα παραμένει πάντα ένα όνειρο για τους Μύστες που δαπάνησαν διακόσιες ζωές για να το αντικρίσουν…
…βδελυροί…
…το δέντρο της ζωής σας δεν έχει ρίζες…
…πεθαίνετε…
... μακριά από μένα το άγγιγμα της νόησης…
… μακριά από μένα ο ρυπαρός στοχασμός σας…
… μακριά από μένα η δαιδαλώδης φρίκη σας…
… μακριά από μένα η τέχνη σας, ο πολιτισμός σας, η πρόοδός σας…
… μακριά από μένα τα λιπαρά περιττώματα της σκέψης σας…
… μακριά!!!
Άλλο δεν έπρεπε να μείνω
Επισκέπτης ήρθα στο προκεχωρημένο αυτό φυλάκιο της Αιωνιότητας
Αλαφροπάτης πλησίασα το πανάρχαιο Ον
Και γρήγορα αποχώρησα να μην ενοχλώ την εύθραυστη μοναχικότητά του...
Και γρήγορα αποχώρησα να μην ενοχλώ την εύθραυστη μοναχικότητά του...
Κι ένα πέταλο από κάποιο σπάνιο Ρόδο είχα στην κλειστή μου παλάμη
Φτιαγμένο από δάκρυα και αίμα
Δεν ήξερα τότε που χαμογελούσα καθώς αντίκριζα το ακριβό μου δώρο
Πως αιμορραγούσα
Κι έκλαιγα…
Μαιος2010
Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012
(απόσπασμα)
Δανείζομαι έναν φόβο απ'το ημερολόγιο της Λατρείας...
Απ'το
Άδειο γέμισα κι είμαι τώρα πια ευτυχισμένος.
Εχω τα
χίλια ερωτήματα, έχω τις ίδιες απαντήσεις, έχω τα αμέτρητα λάθη κι έχω τους
ίδιους φόβους...
Από
το Άπειρο γέμισα κι είμαι γι'αυτό ισορροπημένος.
Έχω
κουστούμια σκοτωμένων σε πολέμους αδελφοκτόνους
κι έχω
χαμόγελα παιδιών που λαμπάδιασαν οι βόμβες.
Από
το Θρίαμβο γέμισα κι είμαι γι'αυτό πιο όμορφος!
Εχω ναυάγια
θεσπέσια και ναυαγούς απεγνωσμένους
κι έχω
κουρασμένα "σ'αγαπώ" και ηλίθιους ερωτευμένους.
Από
το Ρωμαλέο γέμισα γι'αυτό είμαι τόσο μόνος...
Δανείζομαι ένα μυστήριο απ'το ημερολόγιο της Γυναίκας...
Λέω
πως είμαι ένας φιλόξενος κήπος.
Όλα θ'ανθίσουν στην αρχαία μου αγκαλιά, όλα θα
γεννηθούν κι όλα θα πεθάνουν.
Λέω
πως είμαι ένας αρχαίος εφιάλτης.
Ολα θα κλείσουν στην μπέρτα μου κι όλα ξανά θα
αποκαλυφθούν.
Λέω
πως είμαι ένας προσηνής βασιλιάς.
Ολοι θα χορτάσουν απ'την φιλόστοργη γενναιοδωρία
μου και όλοι θα με μισήσουν για την δύναμή μου.
Λέω
πως είμαι ένας λυρικός τραγουδοποιός. Ολοι θα χορέψουν στο σκοπό της
ματαιότητάς μου κι όλοι θα νανουριστούν γλυκά στην μηδαμινότητα της προσδοκίας
τους να μου μοιάσουν.
Λέω
πως είμαι ένας ξεχασμένος βράχος.
Ολα ξεσπούν πάνω μου και όλα τα περιφρονώ στην αθανασία μου...
18/12/98
19/6/2001
Τρίτη 20 Μαρτίου 2012
Το λάθος του Ορφέα
Εάν κάποτε επιστρέψεις
δε θα’θελα να είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό
με τον ήλιο χαμογελαστό
και την καρδιά μου ζεστή και έτοιμη
να σε υποδεχθεί ξανά
μα θα’θελα να είναι ένα βροχερό σούρουπο
με έρημους δρόμους
σιωπηλούς ανθρώπους
και λογισμούς θανάτου
στο μυαλό μου
και λόγια να μην ανταλλάξουμε
μονάχα να φωνάξουμε δυνατά
με τη σιωπή μας
και να ουρλιάξουμε αν το θέλεις
με τα ζεστά μας δάκρυα…
Εάν επιστρέψεις
κάποτε
δε θα’θελα να με ανταμώσεις
σε κάποιο πολύβουο σταθμό
στη πλατφόρμα του Μετρό
στη στάση κάποιου λεωφορείου
μα θα’θελα να είναι σε κάποια θλιβερή γωνιά
στη συμβολή δυο δρόμων ασήμαντων
και ερημικών
και ίσα που να διακρίνονται οι φιγούρες μας
στο σκοτεινό σοκάκι
και σκιές να μην έχουμε
καθώς οι ίσκιοι
δεν δικαιούνται σκιάς
Εάν επιστρέψεις
σε κάποια μακρινή
προβολή του χρόνου
σε κάποια αδιόρατη
μονάδα του απείρου
μην μου μιλήσεις
αν μπορείς
κι αν με κοιτάξεις
μη με δεις
καλύτερα άσε
το βλέμμα σου να με προσπεράσει
σαν φυσικό εμπόδιο να είμαι
και συνέχισε
το βλέμμα σου
κaι τάχυνε
το βήμα σου
και το λάθος του Ορφέα
να μην κάνεις
να κοιτάξεις πίσω…
6/12/2005
Τρίτη 13 Μαρτίου 2012
Μαύρος
Υδράργυρος
Ο Σ. ταράχτηκε
πολύ εκείνο το απόγευμα. Όταν κατάλαβε,
όταν αντιλήφθηκε, όταν ανοίχτηκε ο
νους του διάπλατα και τον πλημμύρισε ένα αλλόκοτο φως. Ένα παχύρευστο, σκοτεινό
φως σαν… μαύρος υδράργυρος! Ήταν το απόγευμα που αποφάσισε να γράψει για τον Προμυθέα. Ήταν τέτοιος ο πυρετός που τον
έκαιγε ώστε έπιασε το πρώτο μολύβι που βρήκε μπρος του, μάζεψε όποιο
κουρελόχαρτο συνάντησε το βλέμμα του μέσα στο ακατάστατο δωμάτιο, και άρχισε να
χαράζει τις λέξεις, με μανία.
Ο Σο. ολοκλήρωσε
το μανιφέστο του Προμυθέα του, νωρίς το επόμενο πρωί. Σχεδόν με το αχνοχάραγμα
του ήλιου, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν και έπεσε λιπόθυμος… ο ήλιος που
χώθηκε απ’το παράθυρο τον βρήκε ετοιμοθάνατο, κατάχλωμο και σωριασμένο στο
πάτωμα. Ολόγυρά του οι σελίδες, σκόρπιες.
Λίγο πριν
μεσουρανήσει, ο Σοε. είχε αναχωρήσει για μια άλλη πραγματικότητα.
Γράφω για τον Προμυθέα. Χρόνο δεν έχω, το
νιώθω και ο πυρετός της ψυχής μου ανεβάζει την αγωνία μου μαζί με την
θερμοκρασία αυτού του σώματος που για λίγο ακόμα θα με ανέχεται. Γράφω για τον
ήρωα που δεν έγινε Άνθρωπος και την Αλήθεια που έγινε Μύθος. Γράφω για τον
Δαίμονα που έκλεψε τη Φωτιά από τους Αθανάτους όχι για να την δώσει στους ανθρώπους
αλλά για να την κρατήσει για τον εαυτό του. Γράφω για την αστραπή του κόσμου
και την φενάκη της θυσίας. Γράφω για τον αποστερημένο από τις ηδονές και τον
σκοταδισμένο πρόγονο και πατέρα μας. Είμαστε όλοι γιοι του. Είμαστε όλοι
καταραμένοι, είμαστε όλοι λεροί, σάπιοι, καταδικασμένοι!
Νιώθω το αίμα να σφυροκοπάει τις αδυνατισμένες,
στενεμένες φλέβες μου, νιώθω τη ψυχή μου να βροντάει κιόλας τις πόρτες του
Αγνώστου, παλεύει να γυρίσει πίσω, εκεί απ’όπου κάποτε θέλησε σαν από καπρίτσιο
να με ενοικήσει, να με βασανίσει, να με γεμίσει ώρες αγωνίας. Ναι, αγωνίας και
τρόμου!
Είμαστε γιοι του Προμυθέα. Η κληρονομιά μας είναι
η αέναη κλοπή του φωτός. Είμαστε η σκάρτη γενιά του πρώτου από τους άθλιους και
του τελευταίου από τους τολμηρούς. Κάποιος έπρεπε να μας διδάξει την αποστολή μας,
κάποιος έπρεπε να ξανοιχτεί πρώτος στα πελάγη του Χάους και κείνος ήταν ο
Προμυθέας. Έκλεψε το αγνό Φως από τους Φύλακες και τους ξεγέλασε όλους. Δεν είχε
ποτέ του σκοπό να το προσφέρει στους ανθρώπους. Είχε σκοπό να εξελιχθεί ο ίδιος.
Είχε σκοπό να γίνει κι εκείνος Φως. Και Πυρ και Αθάνατη φρίκη!
Η μεγάλη, συγκλονιστική Αλήθεια έσκασε σαν
τριαντάφυλλο που ανοίγει διάπλατα τα πέταλά του μέσα στα πιο κρυφά διαμερίσματα
του είναι μου. Η μεγάλη, σκοτεινή, υδραργυρική αλήθεια με πλημμύρισε και
πεθαίνω. Πεθαίνω από το υγρό της βάρος, από τη στυφή της γεύση, από το
δηλητήριο στο αίμα της.
Και γίνεται και το δικό μου αίμα σκοτεινό
σαν μαύρος υδράργυρος.
Τούτο είμαστε. Κλέφτες της φωτιάς των άλλων.
Τούτο είναι να είμαστε. Κλέφτες του Πυρός των άλλων. Τούτο μπολιαστήκαμε να
είμαστε. Κλέφτες του Φωτός των άλλων.
Πώς να αγαπήσουμε; Λιμοκτονούμε, πεθαίνουμε,
κρυώνουμε στους παγετώνες της Ύπαρξης. Πώς να αγαπήσουμε; Πεινάμε. Είμαστε
παλλόμενα σκοτάδια, είμαστε δονούμενες νύχτες, είμαστε ασημένιες κηλίδες
νοσηρών φαντασιώσεων. Πώς να αφεθούμε; Είμαστε προορισμένοι να κλέψουμε, να
ληστέψουμε, να αρπάξουμε.
Πώς να γελάσουμε; Ανοίγουμε τα χείλη και
εκρέουμε πόνο. Πώς να μεταβολίσουμε το χρόνο σε τρυφερότητα; Κοιτάζουμε το πρόσωπο
του άλλου και αυτό που βλέπουμε είναι η σπηλαιώδης ανάγκη μας. Πώς να
μετασχηματίσουμε το θηριώδες σε ευγενές; Οι κυνόδοντές μας ψηλαφούν κιόλας την
καρωτίδα της ψυχής του άλλου. Πώς να χαϊδέψουμε; Τα χέρια μας τρέμουν από την
τυραννική επιθυμία να στραγγαλίσουν. Πώς να ανασάνουμε; Οι μαστοί μας έχουν
πρηστεί από την δίψα για ιχώρ και πνεύμα.
Είμαστε τα παιδιά του Προμυθέα. Ο πατέρας μάς
δίδαξε την μοναδική του Τέχνη. Και αποσαρκώθηκε, αποφλοιώθηκε, μαγαρίστηκε,
εξοντώθηκε, έγινε μύθος, έγινε ήρωας, διαστρέβλωσαν την αλήθεια του, τον
παραμόρφωσαν, τον λάτρεψαν με άλλο όνομα, τον κρέμασαν στον Καύκασο και τον
έραναν με αθανασία.
Κι εμείς ξεχάσαμε… βυθιστήκαμε στη λήθη… μα,
η αλήθεια του εργάζεται μέσα μας. Η αλήθεια του καίει τα σπλάχνα μας. Κάθε φορά
που αγγίζουμε το λατρεμένο πρόσωπο, κάθε φορά που ερωτοτροπούμε, κάθε φορά που
επιδιδόμαστε σε περιπτύξεις, κάθε φορά που ορκιζόμαστε στο όνομα της Αγάπης,
κάθε φορά που… μηχανευόμαστε τρόπους για να κλέψουμε το φως και να χορτάσουμε
την αρχέγονη πείνα μας, να κορέσουμε την προαιώνια δίψα μας…
Όταν αποχώρησε,
αργά το απόγευμα, ο ήλιος από το δωμάτιο, ο Σόεθ, είχε γίνει ένα παχύρευστο,
μαύρο υγρό, σε σχήμα ανθρώπου που απλωνόταν νωχελικά στο πάτωμα…
Μαρ2012
Σάββατο 10 Μαρτίου 2012
Στάση ανθρώπου
Όλοι έλεγαν
Πως ο Ν. ήταν χαζός
Τα πρωινά ξεχνιόταν
Δεν πήγαινε σχολείο
Περπατούσε δίπλα στη θάλασσα
Έπαιρνε βότσαλα στα δάχτυλά του
Τα πετούσε μακριά
Κυνηγούσε τους γλάρους
Και γελούσε
Έπεφτε στην αμμουδιά αποκαμωμένος
Και κυλιόταν ώσπου να κουραστεί για τα καλά
Και γελούσε
Ανάσαινε τη θέρμη από τη μητέρα Γη
Και γελούσε
Και όλοι έλεγαν πως ο Ν.
Ήταν ηλίθιος
Μεγάλωσε σε μια γειτονιά
Που τα παιδιά ήταν το ίδιο σκληρά
Όπως σε όλες τις γειτονιές του κόσμου
Τον έβαζαν πάντα με τους χαμένους
Ή με τα κορίτσια
Κι άλλες φορές μόνο του τον άφηναν
Και του πετούσαν τη μπάλα δυνατά
Για να πονάει
Εκείνος έπιανε τη λασπωμένη μπάλα
Και γελούσε
Χάιδευε τα όμορφα μαλλιά της Ρ.
Της πριγκίπισσάς του
Που βλέμμα δεύτερο δεν είχε για κανέναν
Και γελούσε
Έτρεχε στις κατηφόρες ως το σπίτι του
Έπεφτε στην άσφαλτο
Μάτωνε τα πόδια του
Έμπαινε ιδρωμένος στο σπίτι του
Και γελούσε
Και όλοι έλεγαν πως ο Ν.
Ήταν οπωσδήποτε χαζός.
Φίλους δεν είχε ο Ν.
Κανένας δεν τον ήθελε παρέα του
Εκτός από τα βράδια
Όταν άνοιγε το παράθυρό του
Κι άφηνε τον αγέρα να δροσίσει τα μαλλιά του
Έγινε φίλος του η νύχτα
Τα μακρινά αστέρια
Και η σελήνη
Που έκλεινε στα δάχτυλά του
Να, τόση δα γινόταν
Στη παιδική του χούφτα
Και γελούσε
Κι όταν η μητέρα του τον φιλούσε
Και του μιλούσε για μέρη μακρινά
Γελούσε
Και όταν ο πατέρας του
Του έσφιγγε το χέρι δυνατά
Για ν’αναμετρηθούνε
Γελούσε
Ναι
φίλους δεν είχε ο Ν.
Κάποτε
Η μητέρα του πέταξε μακριά
Έγινε κομμάτι τ’ουρανού
Κι εκείνος σήκωνε το βλέμμα του ψηλά
Την έβλεπε
Της κουνούσε το χέρι
Και γελούσε
Ερχόταν ο πατέρας του τα βράδια σπίτι
Σκούπιζε τα δάκρυά του
Έμπαινε στο δωμάτιο να πει μια καληνύχτα
Μύριζε η ανάσα του βαριά
Μύριζε ταβέρνα και μοναξιά και θάνατο
Έπαιρνε το γιό του αγκαλιά
Κι ο Ν. γελούσε
Κι όλοι ήταν σίγουροι πια
Πως μέσα στην ορφάνια του ο Ν.
Έγινε ακόμα πιο ηλίθιος
Απ’όσο ήταν
Κάποτε
τον διώξανε απ’το σχολείο
Έπρεπε να πάει στα ‘ειδικά’ παιδιά.
Και ο Ν. φοβήθηκε
Πως θα χάσει την μοναδική του συντροφιά
Την πριγκίπισσα του.
Εκείνη του υποσχέθηκε πως όπου κι αν τον πάνε
Θα έρχεται να τον βλέπει
Ψέματα του έλεγε
Για να τον ξεφορτωθεί
Μα ο Ν. ήταν ηλίθιος
Την πίστεψε
Και όταν τον έβαζαν στο αυτοκίνητο
Γελούσε
Μια μέρα
Ήρθε ο διευθυντής εκείνου του σχολείου
Για τα ‘ιδιαίτερα’ παιδιά
Και είχε κόκκινα τα μάτια
Και κομπιαστή φωνή
Του είπε πως ο πατέρας του
Δεν άντεξε άλλο
Έφυγε κι αυτός
Να συναντήσει την γυναίκα του
Σε κάποιο κόσμο όπου τα βλέμματα των ανθρώπων
Θα είναι καθαρά
Και τα χαμόγελά τους
Μόνο για να ζεσταίνουν τις καρδιές
Κι όχι για να πληγώνουν.
Ο Ν. δεν έκλαψε
Δεν ήξερε τι σήμαινε ‘ορφανός γονέων’
Κείνη την ώρα σκεφτόταν τη θάλασσα
Και πως μπορεί κανείς πετώντας
Να τα βλέπει όλα από ψηλά
Και να μεθάει!
Μονάχα να πετάει ονειρευότανε ο Ν.
Να χαίρεται μαζί με τα πουλιά
Να μην του λέει κανείς
Πόσο δυστυχισμένος είναι ένας ορφανός
Να μην γελάει κανείς
Με το δικό του γέλιο
Να μην του κλέβει τα μολύβια
Να μην του λέει ψέματα
Μπάλες στο πρόσωπο
Να μην του πετάει
Να μην τον λέει χαζό
Να τον αφήνει μόνο
Περνούσαν τα χρόνια
Για όλους τους ανθρώπους
Τα χρόνια περνούσαν
Και οι εποχές γίνονταν
Μέσα στην καρδιά του Ν.
Ένα συμπαγές
Σκοτεινό κουτί
τα χέρια του έγιναν
πιο σκληρά από τους βράχους
άκαμπτα
και τον πονούσαν
Το γέλιο χάθηκε
Απ’το πρόσωπό του
Το βλέμμα χάθηκε
Απ΄τα μάτια του
Κι ο ίδιος χάθηκε
Απ΄τον εαυτό του
Ο Ν. γερνούσε
Μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική
Μόνος
Κι ένα απόγευμα
Ο Ν. είδε το ομορφότερο όνειρο της ζωής του
Εκεί όπως αντάμωνε ο ήλιος τον ορίζοντα
Και έκαιγε τις τελευταίες του ακτίνες
Μέσα στη θάλασσα
Είδε τους όμορφους γονείς του
Γελούσαν και φιλιόντουσαν
Δίπλα στον ήλιο
Και τον καλούσαν με νεύματα
Και του έλεγαν να μπεί μέσα στο νερό
Και να τους συναντήσει
Σάστισε ο Ν. για μια στιγμή
Κι άρχισε πάλι
Ύστερα από αιώνες
Άρχισε πάλι να γελάει!
Είδε την θάλασσα μπροστά του
Να του ανοίγει την μεγάλη αγκαλιά της
Γαλήνια, γλυκιά, φιλόξενη
Και ποιος θα μπορούσε ν’αγνοήσει αυτό το κάλεσμα;
Άρχισε να γελάει δυνατά
Και χώθηκε μέσα της
Το τελευταίο που αντίκρισε
Ήταν τον πατέρα του
Να έχει αγκαλιάσει τη μητέρα
Και να της δείχνει εκείνον
Και να καμαρώνει
Πως μπόρεσε
Εκείνος που όλοι τον κορόιδευαν
Πως ήτανε χαζός
Να κάνει τη θάλασσα
Το δρόμο που οδηγεί στ’αστέρια
Και μόνος του πια
Ο Ν. δεν θα ήτανε ποτέ!
Μόνος ποτέ!
Βρήκαν το Ν. εκείνο το πρωί
Ξαπλωμένο στο γρασίδι της αυλής
Κανείς δεν το κατάλαβε
Κανείς ποτέ δεν το εξήγησε
Ήταν βρεγμένος
Από θαλασσινό νερό!
Και το πιο… μακάβριο
Το ανεξήγητο
Ακίνητος
Σε στάση εμβρύου
Χλωμός
Σε στάση ανθρώπου
Χαμογελούσε
Χαμογελούσε!…
Απρ.2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




.jpg)



