Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012




κόκκινα πρωινά στον Άδη


φριχτά όνειρα
έκαναν τους ανθρώπους 
να μοιάζουν με ασήμαντες στιγμές
κοιλότητες στο ματωμένο χρόνο
αυτό έγιναν
και άδεια λόγια

και ποιος αξίζει το βλέμμα του;
ποιος αξίζει τα όνειρά του;
ποιος αξίζει να φλέγεται
στο διηνεκές 
χωρίς να καίγεται;

τα χέρια σήκωναν ψηλά
οι προπάτορες
είχαν ακόμη χέρια
να συνομιλούν με τους θεούς
έσφαξαν τον γιο του Πρώτου
βίασαν ξανά και ξανά
την θυγατέρα του Έσχατου
διαμέλισαν τον αποφλοιωμένο Προμηθέα
και τον δειπνούσαν κάθε εποχή φωτός
για να μην τους μισήσει το σκότος...

και ποιος αξίζει τη φωνή του;
ποιος αξίζει το σπέρμα του;
ποιος λέγεται ακόμη θεός θνητός
και ποιος ορέγεται το ήμαρ της Πενθεσίλειας;

βλάσφημοι εφιάλτες
έκαναν τους ανθρώπους άπληστους
έκαναν τους γόνους τους
ουτιδανούς και αχρείους
έκαναν τα δειλινά τους
να μοιάζουν με κόκκινα πρωινά στον Άδη 

έλα
μου έγνεψε ο Έλληνας
εκείνο το απόγευμα
που έλιωνε ο κόσμος ολόγυρα
και περπατούσαμε ανέμελοι
πάνω στα λευκά κρανία
των συντρόφων...

σεπ2011



Dot at the end of day

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012




Κέρας


Ανάσαινε η γη ανθρώπους
εκείνο το χειμώνα

δεν το θυμάσαι όμως
ήσουν αγέννητος ακόμα

είχε μια απόκοσμη ομορφιά ο ουρανός
τόση
που δεν τολμούσες να σηκώσεις το βλέμμα
και να τον κοιτάξεις
και στην χόβολη εκείνη των ψυχών
ετοίμαζε τις νέες του αφηγήσεις
ο Ασπιδοφόρος

μα ήσουν στο ταξίδι σου
στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
και δεν θυμάσαι

κάποια στιγμή
όταν το κρύο είχε διατρήσει τη σκέψη μας
όταν το μοναχικό μας δώμα
δεν άντεχε άλλους λυγμούς
κι όταν οι πολεμιστές
είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν
και να σπαθίζουν νευρικά το τίποτα
ο Ασπιδοφόρος άρχισε να τραγουδάει
και όλοι
να ξέρεις
σώπασαν

σώπασαν

το έρμα του Κόσμου
στη ψυχή μου μεγάλο
ω Κύνα και Απρόσιτε Πατέρα
το έρμα του Ανθρώπου
αβάσταχτο έκανες φορτίο
για μένα
ω Μητέρα Λευκή
και Πεπολοφόρα Δέσποινα
το φορτίο έκανες μεγάλο…

και αμίλητοι άκουγαν όλοι
κι ακόμη
έκλαιγαν
έκλαιγαν όλοι σου λέω
γιατί στη χόβολη θέριευαν οι φλόγες
κι ύστερα σβήναν πάλι
γιατί ο χειμώνας γινόταν άνοιξη και καλοκαίρι
και φθινόπωρο
σε μια στιγμή
και όλες οι μάχες της Δημιουργίας
ζωντάνευαν μπροστά μας
από το άχρονο κάποτε
στο απύθμενο κάπου…

ω Άδη ζωφερέ και αφιλόξενε
και συ Στύγα με τη μελανόχρονη ρύση
το έρμα του πόνου είναι ασήκωτο για μένα
κυκλώπειο τούτο το έργο
για τους σάρκινούς μου ώμους 
ω Περσεφόνη ευήμερη και συ Ίσιδα σκοτεινή μητέρα
της αιώνιας θηλυκής ανάσας
μην με λησμονήσετε…

μην με λησμονήσετε…

και φούντωσε κι άλλο η φωτιά
και οι αιώνες σχηματίστηκαν λες απ’το αρχέγονο σκότος
και πήραν μορφές
γινήκαν άνθρωποι και ήρωες και θεοί!
και ο Έρωτας και ο Ζαγρέας και η Εκάτη
και τα ορφανά παιδιά του κόσμου
που άνοιξαν τα μάτια τους
και τα μικρά τους χέρια
και επαιτούσαν
το μερίδιο ανθρωπιάς που τους αρμόζει
και δεν θα το χορτάσουν ποτέ…

και χοροί συμπαντικοί στήθηκαν γύρω μας
και στα στήθια μας η καρδιά πήγαινε να σπάσει
και στα κεφάλια μας μεγάλωνε το ερπετό…

το ερπετό…

και ξαφνικά
σιωπή

κι ύστερα

σιγή…

μα εσύ
στο κέρας του απείρου γλυκά κοιμόσουν
και ευτυχώς
γεννήθηκες
χωρίς την αρχή
ούτε το τέλος που σου έχυσαν στα σπλάχνα
να θυμάσαι


Νοε2012


photo: Silent Hill (2006)

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012




Δαφοινό


Εγώ
με τα χέρια μου
θα σκάψω το χώμα που πάτησες
βαθιά
ώσπου να βρω το αίμα μου
να το αντλήσω με τα δάχτυλά μου
να μεταγγίσω στο κορμί μου
το δαφοινό του πνεύμα
να αγριέψει ο μερωμένος του αφρός
ν’αρχίσει ν’ανασαίνει πάλι…

έπεσαν όλοι οι βράχοι
απ’τον ουρανό
η Γη ανάποδα γύρισε
κάτω απ’τα πόδια μου είναι τα σύννεφα
κάτω απ’το βλέμμα μου
είναι πια το άπειρο
κρατιέται ο αιώνας
από μια κλωστή
δεν έχει αρθρώσει ο Προφήτης
τη φοβερή απειλή
που θα μαυρίσει το στερέωμα
αιχμάλωτος σύρθηκε
ως τα έγκατα της συγνώμης
δεν ήξερε
δεν μέτρησε τις ιαχές
δεν συρρικνώθηκε σε μια πρανή κηλίδα
και ποιος θυμάται
όσους αμέλησαν το Απόλυτο;

Λοιπόν
εγώ
με τα χέρια μου
με όσα δάχτυλα μάτια
μου απέμειναν
με τις φλέβες σχισμένες
και το ιχώρ της Εκάτης
να ραντίζει το χώμα
εγώ θα σκάψω
όσο βαθιά μπορώ
όσο βαθιά τολμώ
θα σε ξεθάψω
απ΄το γεωργό σου μνήμα
στη βρυαρή σου νιότη
θα σ’αναστήσω
θα σου φυσήξω ζωή
στα πνευμόνια
και θα σε περιμένω
να ψελλίσεις
το ακατανόητο
για μια στιγμή
προτού χυθείς ξανά
στο αδαμικό σου στρώμα…

ένας Απόλλωνας μικρός
μια δέσμη άκτιστου πρωινού φωτός
το πρώτο μου ποίημα
τα παιδικά μου δάκρυα

ό,τι κι αν έχω
ό,τι απέμεινε

κείνο το άγγιγμα του πρώτου ήλιου
η δαμασκηνιά αυγή του φεγγαριού
οι αδέξιες ζωγραφιές μου
το μυστικό χάδι της μητέρας μου
και οι στερνές κουβέντες του πατέρα μου

εγώ
με τα ίδια μου τα χέρια
αλήθεια στο λέω

στα φέρνω εδώ
στο αρχαίο σου δώμα
τα καταθέτω
αν είναι κάτι να’χεις δίπλα σου
η πιο ακριβή μου αλήθεια να είναι

μαζί σου
στο αιώνιο που θάλλει
και δεν υπόσχεται τίποτε…

νοε2010 



Pistas

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012




Ξεκούτης

Κάποτε συνάντησα εκείνο τον αμαρτωλό ξεκούτη
καθισμένο στον κορμό ενός πανάρχαιου δέντρου
να καθαρίζει ένα μήλο
μόλις με είδε να πλησιάζω
έκανε νεύμα με την παλάμη του
να σταματήσω
χαμογέλασε νομίζω
και μου είπε
«είμαι ένας αμαρτωλός ξεκούτης
ταξιδευτή
και βγήκα απ’το σπίτι μου
για να σε ανταμώσω…»

είπε και ξαφνικά
το μήλο ήταν πια στην εντέλεια καθαρισμένο

«…σ’εξορκίζω
μη δένεσαι πολύ με τους ανθρώπους
όταν αγαπάς πολύ
είναι σα να ρίχνεις μια θεόρατη άγκυρα στη πιο βαθιά θάλασσα
μονάχα που είναι η αλυσίδα της
δεμένη στο λαιμό σου»
μου είπε ο άθλιος και στύλωσε το βλέμμα του
στο πουθενά
το μήλο του έπεσε απ’τα χέρια
κι ύστερα από λίγο
έπεσε και το κεφάλι του
κι άρχισε να κυλάει προς τα μένα!

μονάχα
που το στόμα του δεν έλεγε να κλείσει

«να εμπιστεύεσαι μονάχα
ό,τι μπορεί να σε κάνει να θυμώσεις
να αποφεύγεις όλα εκείνα
που υπόσχονται την ακεραιότητα
και πιο πολύ, αληθινά στο λέω
πάρε το βλέμμα σου απ'το Άπειρο
ό,τι χωράει στη χούφτα σου
τούτο σου αρκεί
κι ό,τι καλπάζει στα όνειρά σου
να μην το επικαλείσαι»

και να, πως έγινε
που το κεφάλι γύρισε προς τα πίσω
ανέβηκε ξανά στο σώμα
κάθισε στη θέση του

το βλέμμα έφυγε απ΄το Απέραντο
και γύρισε σε μένα

«που είναι το μήλο μου;»
με ρώτησε ο Ξεκούτης

έσκυψα παγωμένος
το έπιασα
και του το έδωσα…

τα μάτια του γέμισαν συμπόνια
και μου είπε
«πάρε την καρδιά σου απ'το Ανεκδήλωτο
αδελφέ μου
και μην σηκώνεσαι τις νύχτες ρημαγμένος
όσο έχεις ακόμα ένα δάκρυ
για το Μάταιο
να ελπίζεις
πιο ακριβό από τούτον τον καρπό
δεν αξιώθηκα να γευτώ ποτέ
πιο σπάνιο
 ακόμη και οι λέξεις
ναι
ακόμη και οι λέξεις
δεν έχουν την αιώνια θλίψη
αλλά αν ακούς τη μουσική μου μέσα τους
αυτό αρκεί…»

είπε

και το μεγάλο δέντρο
άνοιξε την αρχαία του αγκαλιά
και τον έκλεισε μέσα του…


Νοε2012

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012




Σε κείνο το παλιό σου όνειρο
Θυμάσαι;
Στεκόσουν στο μικρό αίθριο
Σε μια στάση ιερής από-στασης
Απ’ό,τι ψηλαφείται
Απ΄το νου…

Τον περίμενες

Ο ουρανός έπεφτε κομμάτια
Σαν αρχαία σιωπή
Πρώτα γινόταν μια μαύρη θύελλα από ρόδα
Που κλείναν τους ορίζοντες
Και σχημάτιζαν παράξενες σκεπτομορφές
Από τους μύστες των αιώνων
Κι ύστερα βροχή, τόσο πυκνή
Που σου πονούσε τη σάρκα…

Δεν φοβόσουν
Μονάχα άνοιγες το στόμα σου
Να πιεις…

Σε κείνο το όνειρό σου
Κείνος που σε κλείδωσε
Ανάμεσα σε γη και ουρανό
Σου αρνιόταν τη φυγή
Τον περίμενες!
Θα ερχόταν, το ήξερες
Μέσα από τον αλάστορα Χρόνο
Να σε διατρήσει
Ως τα μύχια έγκατά σου
Να σε αλώσει
Να σε ενώσει με το Άρρητο…

Τον περίμενες
Και έπινες αχόρταγα
Με δίψα ασίγαστη
Έπινες την Αλήθεια…

Εκεί σε βρίσκω
Πάντα…
Να στέκεις
Βαφτίζοντας το κάθε τι
Ξανά και ξανά
Μεθοκοπώντας
Ονοματίζοντας τα πάντα
Ένα προς ένα τα σώματα
Και τις υπάρξεις…

Δεκ2011

Powermaker
© Smidka

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012




Σκήτη


Είσαι τόσο όμορφη!
Πήρες απ'τα μάτια μου
μια χούφτα σκοτάδι
κι έγινε μες τις παλάμες σου
ένας μικρός, ολόλευκος κρίνος

Πως το'κανες αυτό;
Δεν ξέρω

Σ'άκουσα μόνο που ψιθύριζες
εσύ δεν είσαι αυτό
κι ύστερα δε θυμάμαι...

Είσαι τόσο όμορφη!
Ξύπνησα απόψε ξαφνικά
κι ένιωσα να με χαϊδεύει τρυφερά
ένα σου βλέμμα
κι είχε ντυθεί
ένα πόθο από άλικο μετάξι
κι ύστερα χάθηκες
κι έγινε το δωμάτιο
μι'άγια σκήτη
και γέμισε Θεό...

3/11/98

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012





Αίσακος


Περνάγαμε το κλαδί της μυρτιάς
από τον ένα σύντροφο στον άλλο
τούτος ο νεκρόδειπνος
έχει το μεγαλείο της σιωπής
και της σιγής το φως
Ο ήρωας που κείται στο βελούδο της γης
μας περιμένει…

Περνάγαμε το πένθιμο κλαδί
από χέρι σε χέρι
λέγαμε δυο κουβέντες κι ύστερα δάκρυα
υμνούσαμε το Μέγα Σχίσμα
που τους θνητούς ποτέ δεν λησμονεί
αλλά και τον αιώνιο παλμό της δρόσινης ζωής
που δραπετεύει από τα Τάρταρα
και μας ποτίζει
για λίγο έστω
με συλλαβές βροχής

Το κλαδί έμεινε κάποτε μονάχο
ορφανό από ψελλίσματα ανθρώπων
που στέκουν τώρα βουβοί
δίπλα στο σιωπηλό πολεμιστή

Έρχεται η αυγή αδελφέ μου
και μεθυσμένους θα μας βρει
να ξέρεις
όχι από πόνο
αλλά από δριμιά κατάφαση Έρωτα
και δάφοινη φωτιά ψυχής

να ορμήξουμε εκεί
που το αιώνιο σε παίρνει απ’το στήθος
και σε αθανατίζει…


Δεκ 2011

Burning life

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012




Στήθος

Το σταχτί δεν θα ζήσει
άλλο δε θα τυραννήσει το φως
εκείνο που γεννιόταν απ’τη σκιά του Νάρκισσου…

αν ήσουν ένα κατάλευκο ρόδο
θα σε αρνιόμουν

Το σκοτάδι θα εκλείψει
ο Περσέας βγήκε απ’το κατώφλι του νου
και η Μέδουσα κοιτάζει τον εαυτό της
και αφανίζεται

αν ήσουν ένας απόστατος κρίνος
θα σε αγνοούσα

Το αγόρι εισέρχεται στο Ναό
με το δεξί του χέρι λαβωμένο
έχει δυο μάτια άπληστα
και ένα σκισμένο τετράδιο ποιημάτων
στον κόρφο του
και του σιγοτρώει την καρδιά
κάθε μέρα

εδώ
στο βωμό θα το αφήσει
και θα επιστρέψει το αίμα του
στις φλέβες

αν ήσουν ένα κλεμμένο βλέμμα
θα σε εξόριζα
στο Νότιο σύνορό μου

είσαι ένας επαναστάτης ήλιος
και σε φιλοξενώ
στο στήθος

για να με καις…


Μαρ2012


Rose in morning dew

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012




Προκρούστης

ξύπνησε μέσα στα ψέματα
το κεφάλι του κολυμπούσε σε μια γλοιώδη μάζα, μια μικρή λίμνη από ένα βρωμερό ζελέ
για κάποιο λόγο, ήξερε ότι αυτή η άθλια κολλώδης ουσία ήταν… ψέματα…
ήταν η σάρκα του ψεύδους… δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά το ένιωθε…
κι ενώ πάλευε να ανοίξει τα μάτια του, τον χτύπησε κάτι που ήρθε κατευθείαν από τον ονειροχώρο
ένα ουρλιαχτό στ’αυτιά του
«απόστρεψε το βλέμμα σου από τα μάτια σου!»
φωνή γυναίκας
γυναίκας που έχει φορέσει έναν αρχαίο μανδύα και έχει όλες τις Δυνάμεις να την βοηθούν
και να την υπηρετούν
μιας πολύ θυμωμένης γυναίκας…

δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι
δεν ήταν δεμένος
δεν ήταν λυτός
ένιωθε ότι δεν έπρεπε να επιχειρήσει να σηκωθεί
δεν θα άρεσε καθόλου αυτό… σ’Εκείνη…
την σκέφτηκε και μια νέα ριπή από τα εσώψυχα του Αγνώστου τον κεραυνοβόλησε
«δέσμιος νιώσε παγωμένε… άθλιε, πόρνε, πωρωμένε!»

ρίμες… ρίμες από το σουρεαλιστικό πανηγύρι του μυαλού του…
κάτι γνώριμο
δες
βρισκόταν στο δωμάτιό του
να κάτι γνώριμο, να κάτι παρήγορο… το παράλογο κερδίζει όταν η τοπολογία αλλοιώνεται
το λογικό κερδίζει όταν τα ταβάνια είναι πάνω, τα πατώματα κάτω και οι τοίχοι δεν συγκλίνουν για να σε συνθλίψουν
όλα στη θέση τους
όλα σχεδόν φυσιολογικά
εκτός
από τη μικρή αυτή λεπτομέρεια βέβαια
ότι δεν μπορούσε
και δεν έπρεπε να κινηθεί

να σκεφτεί;
ίσως ούτε και να σκεφτεί
έπρεπε λοιπόν
να δράσει

οχυρωματικά έργα
έργα ανάσχεσης
κάποιο τούνελ
κάποιο χαράκωμα
κάποια περιοχή ασφαλείας
ο νους εργαζόταν πυρετωδώς
αν μπορούσε να φτιάξει μια περιοχή ασφαλείας…
μια περιοχή όπου θα μπορούσε να σκέφτεται
ελεύθερα
χωρίς την τρελή αυτή που τον ξέσκιζε με τις φωνές της να μπορεί να τον αγγίξει…
τη σκέφτηκε πάλι
μια ηχητική σφυριά σχεδόν του έκοψε την ανάσα
«λίπανε το αίμα σου με το ψέμα σου!»

τι σκατά ήταν αυτά;
και πως διάολο είχε μπλέξει έτσι;

οχυρωματικά έργα
οικοδομικά έργα
σιγά σιγά
να τα φανταστείς
φτιάξε το χαρμάνι πρώτα
ναι, άμμος, νερό, χαλίκι… ναι…
φτιάξ’τα καλά
ανακάτεψε
φτιάξε το μίγμα
φαντάσου τα όλα
το καλούπι
ξύλινο καλούπι
μέσα θα ρίξεις το τσιμέντο
να φτιάξεις ένα τοίχο πολύ ψηλό
θεόκλειστο ολόγυρα
και μέσα εσύ
να σκέφτεσαι ελεύθερος

«ελεύθερος»

ένας τρομερός πόνος
κάτω από το στέρνο, δεξιά
συκώτι;
τον λύγισε, τον έκανε να κλάψει
φωνή;
πουθενά η Σκύλα…
βουβή…

τη δουλειά σου εσύ
μην αφαιρείσαι
έτοιμο το καλούπι σου;
μπράβο! μπράβο!
το χαρμάνι σου έτοιμο;
ναι
μια χαρά… έτοιμο
μην χάνεις χρόνο
γέμισε τους τενεκέδες
και άρχισε να ρίχνεις
έλα
φαντάσου τα όλα
βήμα βήμα
φαντ…

μια μαχαιριά στα νεφρά του
δάγκωσε τα χείλη του
αίμα
«λίπανε το αίμα σου με το ψέμα σου…»

δεν έπρεπε
δεν έπρεπε σταγόνες από το αίμα του να στάξουν στην γλοιώδη μάζα…
δεν έπρεπε…
έγλειψε το αίμα
κάθε σταγόνα
να μην ξεφύγει καμιά
καμιά
τα κατάφερε

στο εργοτάξιο εσύ
κι ας πονάς
κι ας φοβάσαι
όταν θα εξαπολύσει τις μεγάλες της ριπές
εσύ πρέπει να έχεις προλάβει
να έχεις προλάβει άνθρωπέ μου…

ένα κύμα… ένα παράξενο κύμα φουσκώνει μέσα στο στέρνο του
η καρδιά του
η καρδιά του θα πρέπει να έχει τριπλασιαστεί σε μέγεθος
και η φωνή της Γυναίκας
τούτη τη φορά με ένα εξωφρενικό, τρανταχτό γέλιο που χτύπησε σαν τεκτονικός σεισμός τα κύτταρά του
«σταυρώσου ενώπιόν μου!!...ενώπιόν μου! σταυρωμένος ο χωλός, και θ’αναστηθεί νομίζει ο σεσηπώς!!!»

μακάβριες ρίμες… παράνοια…
ιδρώτας σε όλο του το αγκυλωμένο σώμα

τη δουλειά σου εσύ αγόρι μου
άστην να σκούζει
αγνόησέ την
κι ας μοιάζει το ουρλιαχτό της σαν Αρπυιας που στάλθηκε απ΄τον Άδη
εσύ τη δουλειά σου
ρίχνε το μίγμα μέσα στο καλούπι σου
δεν θες πολύ ακόμα
ο φράχτης να είναι ψηλός
γερός και ακλόνητος
φαντάσου τον έτσι
ναι
έτσι φαντάσου τον
γερό
ψηλό
ακλόνητο!

νέα σουβλιά
στο δεξί του πόδι
στη βουβωνική περιοχή
πόνος τρελός
του διαπέρασε κάθε πρόχειρη θωράκιση
σαν τρυπάνι
και τον παρέλυσε

μια νέα εξέλιξη
δεν μπορούσε να δει!
ως λίγο πριν υπήρχε το γνώριμό του δωμάτιο
οι κουρτίνες του, η βιβλιοθήκη του, εκείνη η αφίσα με τον τυφλό Μπόρχες απέναντι
τώρα σκοτάδι

πρέπει να βιαστείς αγόρι μου
να βιαστείς
σε πλημμυρίζει η Στύγα
έλα
πρέπει να βιαστείς…
να
ο μισός τοίχος είναι κιόλας έτοιμος
τι βλέπεις
που κοιτάς;
άσε τα οράματα τώρα
είσαι ένας τυφλός σακάτης
άσε τα οράματα και δούλευε…
τι βλέπεις;
πίσω από το έργο μας
και δεξιά
και αριστερά
κάτι σηκώνεται
κάτι αναπνέει ε;
ναι
το αισθάνομαι
κάτι φουσκώνει μέσα στη ‘γη’
κάτι θα ορθωθεί σε λίγο
και θα μας ρουφήξει στη Κόλαση
χέστο!
γάμα το σου λέω!
κάνε τη δουλειά σου εσύ!
φαντάσου
το έργο τελειώνει
έμεινε ένα μικρό κομμάτι μόνο
κι ύστερα
θα κάνουμε ένα πήδο ‘ώπα!’
και…
και Αυτή θα πάει στα τσακίδια!

τη μελέτησε πάλι
αδιόρθωτος
μέσα στα κύματα των αλλεπάλληλων πόνων
από χίλια δυο σημεία του κορμιού και της ψυχής του
σαν πυρετός έφτασε τούτη τη φορά η κραυγή της
και τον αρρώστησε μέσα σε δευτερόλεπτα!

«θέλεις το μαύρο σου να κρύψεις από μένα; Από μένα!
θέλεις το μυσαρό σου να φωλιάσεις; Οφιόμορφε!
θέλεις τους παλμούς της καρδιάς σου να ξανανιώσεις;
Στο χωνευτήρι μου! Εκεί την ανάσα σου θ’απλώσεις!!»

εκκωφαντικά γέλια
κι ύστερα
ξαφνικά
λες και οι μυθικές Γραίες με το ένα μάτι
του τραγουδούσαν ένα ‘νανούρισμα’ του Κάτω Κόσμου
λες και ο Χάροντας τον σπλαχνίστηκε για λίγο
και του χάιδεψε το μάγουλο
με το άσαρκο χέρι του

σιωπή
σιωπή
σιωπή…

βιάσου!
τώρα
τώρα σου λέω!
σίγησαν οι αγέρηδες του Πλούτωνα
βιάσου αδελφέ μου
έλα
ένα μικρό κομμάτι έμεινε
μην κοιτάς ολόγυρα!
ξέχνα το ‘ολόγυρα’
τελείωνε
μια τόση δα τρυπούλα έμεινε
να
φαντάσου το
πως κάνεις μια βουτιά
και μπαίνεις μέσα!
όμορφα μέσα ε;
και κει θα τελειώσεις το φράχτη σου
μέσα
πρόσεξε
πρόσεξε μην κάνεις το λάθος
ναι
το ξέρω
τούτη η σιγή δεν είναι για καλό
τούτη η άπνοια δεν έχει χαμόγελο μέσα της
έχει σάπια δόντια
και κίτρινα βλέμματα
μην δίνεις σημασία στα βλέμματα
προχώρα
έλα
κάνε αυτό που πρέπει
έλα!
βιάσου!

Το Μεγάλο Κύμα σηκώθηκε
μέσα από τα έγκατα όλων των αρχαίων και ξεχασμένων και ρυπαρών διαστάσεων μορφώθηκε
το σώμα του το ένιωσε
λες και του έκοβαν τα μέλη ένα προς ένα
και τα συναρμολογούσαν ξανά
αδέξιοι ‘μάστορες’
λες
και ο Προκρούστης είχε σαρκωθεί μέσα στα σπλάχνα του
και τον κοιτούσε με τον ακονισμένο μπαλτά του
πίσω από το φριχτό του χαμόγελο
οι αρθρώσεις του έτριζαν
τα κόκκαλά του ράγιζαν
το μυαλό του στένευε
η φωνή της τον μαστίγωνε

«χορεύω τώρα πάνω στα νεφρά σου!
και απολαμβάνω το πυρώδες σπέρμα σου!
έλος και πύο και σάλιο από φωτιά
θα σε κάνω
έρχομαι Ολόκληρη όλοι οι Αιώνες
αναδύομαι από το Χτες και το Πάντα
γεννημένη για να σε ερωτεύομαι
για να σε τρώω
για να σε γεύομαι!!
έρχομαι
να με υποδεχτείς
με το πιο όμορφα
διαμελισμένο σου είναι!»

τώρα σου λέω!
τώρα!

με όση αγάπη έμεινε στα βλέφαρά μου
ψυχή μου
με όση αγάπη!!
τώρα!

……………………………..

σηκώθηκε
έκανε βήματα αργά
κουτσαίνοντας
ως το παράθυρό του
έβλεπε τα είδωλα θολά
έβλεπε
άνοιξε το παραθυρόφυλλο
δροσιά και ήλιος
χίμηξαν
χίμηξαν πάνω του

μυρμήγκιασε ολόκληρος
έπεσε στα γόνατα
κι άρχισε να κλαίει σαν μωρό παιδί

διψάω
είπε
και ο ήλιος έτρεχε πάνω στο σώμα του…


Οκτ2012



Experiment IX