Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017


Ξημέρωσε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σα να με γέννησε η σιωπή
σε σαρκοφάγο άσύλητη
του Χρόνου

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα παρθένα δάκρυά μου
άκουγα μέσα στη σιγή του πρωινού
να με καλείς
κι ανασταινόμουν

Έχτισα κύτταρα
Έχτισα βλέμμα
Έγινα αίμα και κορμί
Έγινα πνεύμα

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

ολόκληρος φωτιά
νύχτιο σπέρμα

σκίρτησα...

σαν άστρο στο γλυκό σου ουρανό
πόθησα να λάμψω
να φυλακίσω τις ενέργειες
να γίνω ρόδακας φωτός
να πλύνω τα μαλλιά σου
στην πρωτανάσα μου

ρίγησα...

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα ζεστά μου δάκρυα

Χωρίς φωνή εγώ
Ολόκληρος εσύ

Και αγγίγματα παράξενα

Και λαιμητόμες σκέψεις

Και σπαράγματα ιαχών

Και προδομένες πόλεις

Και υετοί ονείρων

Και λιακάδες...

Χωρίς στερέωμα εγώ
Μα ολόκληρος εσύ

Ξημέρωνε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σαρκωνόμουν...

και ήταν άγριος άνεμος
αυτός που μού'φερε στο πρόσωπο
το κάλεσμά σου
τον καλοδέχτηκα...

Χωρίς εμένα εγώ
Όλος εσύ

Χωρίς το άλγος του αύριο
αψηλάφητος

Χωρίς της ειμαρμένης το λυγμό
αξόδευτος

Χωρίς το πένθος της φθοράς

Αιώνιος


Ακέραιος εσύ...


[ … illuminated ]

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017



Κορίτσι…

Είχε δυο μάτια
Ν’ατενίζουν πρώτα το εσωτερικό κενό
Κι ύστερα το αφιλόξενο του κόσμου
Κορίτσι
Όχι πάνω από τα εικοσιδύο
Κορμί που δεν φιλοτεχνήθηκε
Να αντέχει στο ψύχος της αδράστειας
Το ανεξήγητο
Μιας άφιλης νιότης
Που αναζωντάνευε νυχθημερόν
Στα ξυλιασμένα χέρια της…

Γερασμένη κιόλα
Από τη φορμόλη της συμπόνιας
Που αναμετριέται πάντοτε γενναία
Με το ευρώ που βγαίνει από τη τσέπη
Για μια τυρόπιτα
Για ένα καφέ
Για μια ρυτίδα μαύρου ήλιου
Στο στερέωμα…

Απόστατος και βολεμένος
Πάντα από τα σωθικά του ‘πρέπει’
Δεν πρόλαβα να την γνωρίσω
Δυο ματιές ανταλλάξαμε θολές
Δυο βήματα
Δυο λέξεις
Στο σπασμένο παγκάκι
Και δεν την ξανάδα

Κορίτσι
Όχι πάνω απ΄τα εικοσιδύο
Αιώνες έζησε
Στο απεριχώρητό μας
Στο στενόχωρο υπερ-εγώ μας
Μιλούσε
Και δεν την ακούγαμε
Μας έβλεπε
Και δεν είχαμε καλημέρα
Μας αποχαιρετούσε
Και δεν καταδεχτήκαμε
Ούτε το ξεπροβόδισμα…

Τρίτη 23 Μαΐου 2017




Γιατί όλος αυτός ο θόρυβος;
γιατί θορυβούμε τόσο πολύ;
γιατί φωνάζουμε τόσο πολύ;
γιατί γεμίζουμε πάντα το μέσα μας
από το έξω;
τι φοβόμαστε;
από τι κρυβόμαστε;

δεν θέλουμε ειλικρινά να ακούσουμε
ό,τι συμβαίνει εντός μας
δεν θέλουμε να υπάρξουμε ακέραιοι
ίσως γιατί δεν αντέχεται

ξέρουμε
και κάνουμε πως δεν ξέρουμε

όλος τούτος ο θόρυβος
είναι η διάχυση στο τίποτε
που ανακουφίζει

γέμισε από πλήθη
για να χάσεις εσένα

σκέδαση
διασπορά
θρυμμάτιση
‘ψαθυρή’ θραύση

Διάλυση…

Διάλυση;
κι όμως
το βλέμμα του ενός
που άρχει
και εποπτεύει όλων
δεν επιτρέπει τη διάλυση…

εκείνο που είναι να βιωθεί
θα βιωθεί ολόκληρο

κι εκείνο που είναι να μας σκοτώσει
το κυοφορούμε

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017



πως γίνεται;
αφού το ξέρεις...
δεν μπορείς να επενδύεις σ'αυτό που λες
'ο μεγάλος λυγμός του ανθρώπου'

το ξέρεις...

μονάχα ο αιφνιδιασμός σε πηγαίνει κάπου

οι άνθρωποι φοβούνται το απρόβλεπτο
όταν έρχεται το καινούργιο
ο άνθρωπος λείπει
αν τύχει όμως να είναι παρών
υπάρχουν δυο λύσεις
-να το συκοφαντήσει
-να το αγνοήσει

ίσως να υπάρχει και μια τρίτη
αν οι δυο πρώτες αποτύχουν

-να παρουσιάσει το καινούργιο ως μεταλλαγμένο παλιό...

κι έτσι ξεμπερδεύει...

ο μηχανισμός είναι απλός
αλλά όταν νιώθεις
τίποτε δεν είναι απλό
όταν νιώθεις ό,τι γίνεται
όταν έχεις το φορτίο της κάθε πράξης σου

τίποτε δεν είναι ασήμαντο...

πως γίνεται;
γιατί εμπιστεύεσαι αυτό που έχει για ενδιαίτημα
τα λιμνάζοντα νερά του γνωστού;

μονάχα το καινούργιο σε εξελίσσει
μονάχα το μεγάλο σοκ σε διδάσκει

και το να μαθαίνεις
είναι κάτι που ίσως τελικά

δεν μαθαίνεται...


Beyond Reality

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017




Ζεύγη ομοίων
τόσο όμορφων
φυσαλίδες γαλακτόχρωμες
που ανέρχονται νωχελικά
στο αρχαιώνιο φως…

ζεύγη λυγμών
παράξενων κι ερωτικών
που έλκονται απ’το νάρκισσο φως
στην εμπνοή του κόσμου
ν’ανοίξουν μια
κι ύστατη μαζί φορά
να εκδηλωθούν
να ταξιδέψουν…

ζεύγη στιγμών
που δεν ενώθηκαν ποτέ
όμως μαζί βρήκαν το δρόμο
γλίστρησαν ανάμεσα
απ’τ’αμίλητα δέντρα
και τις κλεισώρειες του βυθού
πέρασαν απ’το σκότεινο στο ευγενές
θυσίασαν το πένθιμο
έκλεψαν τον ελιγμό του Ενός

και δραπετεύουν στο έσχατο…  


μάι2017

Τρίτη 2 Μαΐου 2017



Η λίμνη ήταν υπέροχη
μεγάλη, αδιάστατη, αλειμμένη με κερί
περπατούσες πάνω της
χαρούμενη
και σιωπηλή
πήγαινες μέσα
έχανα τα ίχνη σου
όμως υπήρχαν πάνω στο κερί
κι ερχόσουν πάλι…

χόρεψες μια ή δυο φορές
πριν χαθείς ολότελα

ήλιοι ανιπτόποδες κατέβηκαν
όξινοι, άσχημοι ήλιοι
και σε τράβηξαν
σε πήραν πάνω
σε εφέλκυσαν
δεν είμαι σίγουρος
η αχνότητα του εγκλήματος
δεν είχε φρίκη
δεν είχε μελωδία
ήταν απλά η αλήθεια του
τυπωμένη στο κερί

ήλιοι ρακένδυτοι κατέβηκαν
και σ’έκλεψαν

κι εγώ απλά κοιτούσα…

Τρίτη 25 Απριλίου 2017



Οι θεοί κοιμήθηκαν
στη μεγάλη θάλασσα
κι εμείς δεν χάσαμε την καρδιά μας

λιμοκτονούμε

λίγη τρυφερότητα είναι αρκετή
έστω και με άδειο βλέμμα
έστω και χωρίς χέρια
έστω και με κλειστό το στόμα
τρυφερότητα θα πει

να τρέφεις την έχιδνα και την οχιά
που κάποτε θα σε σκοτώσει

οι θεοί αποσύρθηκαν
χάθηκαν στις σπηλιές και στα ηφαίστεια
κρύφτηκαν στα βιβλία
και στις αφηγήσεις
κι εμείς δεν κλείσαμε τα παράθυρα
δεν σφαλίσαμε τις πόρτες
δεν αρνηθήκαμε το αύριο

εδώ είμαστε

στην αγκαλιά του τρόμου
και κοιμόμαστε και ξυπνάμε
και παλεύουμε
κερδίζοντας χάνουμε
όλο το χρόνο κι όλη τη λύπη

και τα βράδια νανουρίζουμε αυτούς
που μια μέρα θα μας αφανίσουν

για να μην είμαστε μόνοι




Haley Wilson 

Σάββατο 15 Απριλίου 2017



Τετρ-ακέφαλος


θα περάσεις προφήτη τη διχασμένη θάλασσα;
θα λερώσεις τα πόδια σου στο χώμα των χρονισμένων ανθρώπων;
έχει μπροστά σου το χρυσό μοσχάρι ανατείλει
κι εσύ ακόμη ονειρεύεσαι
τη μοναδικότητά σου…

αλλά η καταγωγή
έχει το αίμα της δαμασκηνό
έχει τη φωτιά της λήθης
κι το χαμόγελο έχει
της μεθυσμένης άγνοιας

στο κάτω κάτω
μοχθηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ζουν
γιατί εμπιστεύονται το χθες
και όχι το αύριο…

από τους λόγους που δεν σου αρμόζουν
φύλακα των Τόπων της Ματιάς
το σημείο στο κέντρο του κύκλου
οι τρεις ευθείες στο ισόπλευρο τρίγωνο
το ισοσκελές τετράπλευρο
ο κύβος που απλώνεται
για να γίνει σταυρός
η σφαίρα που θέλγει 
με την απροσδόκητη αρμονία της…

κι από τους όρκους που σου αρμόζουν
μύστη της χώρας με τη μαύρη άμμο
η χαίνουσα πληγή του βασιλιά
το σκοτωμένο νερό των ποταμών
οι πρωτότοκοι γιοί που τουμπάνιασαν

αλλά
στο λέω ξανά
η καταγωγή
έχει δαφοινό το αίμα της
το υδατώδες έχει
πυρ της λησμονιάς
κι έχει το βλέμμα της σελήνης που κοιμάται

στο κάτω κάτω
νοσηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ερωτεύονται
με τα χέρια τους
κι όχι με την καρδιά τους…

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017


Όστρακο


Ο κόσμος
έχει ένα αλμυρό χαμόγελο
σαν όστρακο πάνω στην αρχαία πέτρα
και μια ρυτίδα από έρωτα
που κρυώνει στο χρόνο

με ρωτάει στο χθες ο άγνωστος άνθρωπος
ποιο τίμημα έχει η αναλγησία
κι εγώ δεν ξέρω να κοιτάξω το στερέωμα
παρά μονάχα να σιωπώ…

η θάλασσα
έχει το χρώμα του οινοπνεύματος
και την οσμή του πένθους

με ρωτάει στο σήμερα
ο άγνωστος θεός
ποια γεύση έχει η αθανασία
κι εγώ δεν ξέρω να διαβάσω τον πόνο
κι έτσι σιωπώ…

έχει ο ουρανός
το χρώμα της νεκρής φωτιάς
και τη στυφή ανάσα του αιώνιου

με ρωτάει στο αύριο
ο άγνωστος εγώ
ποιο είναι το αίμα της ελπίδας
κι εγώ δεν ξέρω να κρύψω
τα δάκρυα που πικραίνουν τα χείλη
κι έτσι
μαθαίνω πως είναι πάντα να σιωπώ…



Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017




Γράμματα




Με μια εμμονή
που δεν φανταζόμουν πως θα άντεχα
παλεύω
χρόνια τώρα
να χαράξω τ’ όνομά σου ολόκληρο
πάνω στο Ξύλο

το πρώτο γράμμα
έτσι το ένιωσα
είναι γαλάζιο
το δεύτερο λευκό
το τρίτο πορφυρό σαν το αίμα
μαύρο το τέταρτο
το πέμπτο έχει το χρώμα των ματιών σου
κι αρνείται όση δύναμη κι αν θέσω
όση δεξιότητα κι αν έχω αποκτήσει
να σκαλιστεί, να μείνει
έτσι όπως φτάνω πάντοτε στο τέλος
αυτό αργοσβήνει στην αρχή
χαλάει, αλλάζει, αλλοιώνεται
με περιπαίζει

κι ύστερα
παίρνουνε σειρά ένα προς ένα
όλα τα υπόλοιπα γράμματα
μένει το Ξύλο ατόφιο
αχάρακτο, αμιγές
σα να μην το άγγιξε ποτέ κανείς

κι εγώ αποκαμωμένος πάντα
τα παρατάω όλα όπως είναι
το Ξύλο χάνεται
η μορφή σου φεύγει
τα χρώματά σου ξεθωριάζουν

μένει μονάχα εκείνο το πικρό χαμόγελο
που είχαν τα μάτια σου
τη μέρα που σ’έπνιγε ο εαυτός σου
και χανόσουν στα βάθη του …




Σάββατο 4 Μαρτίου 2017




Το απέραντο χυμούσε μέσα μου
Γινόταν ένα με τη σάρκα μου
Ένα με το αίμα μου
Το στερέωμα με τρυγούσε
Και δεν το αρνιόμουν
Δεν το φοβόμουν
ήθελα να γίνω αόρατος
και μαζί ορατός…

Το αδιανόητο με κατοικούσε
Γινόμουν ξενιστής του
Γινόμουν δέσμιος
Και φύλακάς του
Έπρεπε να μάθω
Να μάθω να ψελλίζω απ’την αρχή
Ως και τ’όνομά μου
Στη δική Του αρχαία γλώσσα
Έπρεπε να μάθω
Ν’ακούω την ύπαρξή μου
Μέσα απ’τη δική Του μουσική…

Το Υπέροχο με άλωνε
Ένα προς ένα όλα τα κύτταρά μου
Του παραδίνονταν
Γινόμουν η εταίρα του
Η πόρνη του
Με εκφύλιζε
Με εξαγόραζε
Και ήταν το μόνο που είχα τόσο πολύ ποθήσει
Από την αυγή της ζωής μου

Το Κοσμικό Διανόημα
Το Δέντρο
Ο Όφις και ο Κήπος
Η δίχως αρχή Αρχή Όλων
Με διαπερνούσε
Με έναν ασύλληπτο ρυθμό
Απλωνόταν μέσα μου
Δήωνε τις αντιστάσεις μου
Φυλάκιζε τις ενοχές μου
Με απελευθέρωνε…

Ξέρω πως πια θα είμαι σιωπηλός
Αδελφέ μου
Αρχίζει εκείνο που δεν έχει όνομα
Να με βαφτίζει στο Ιχώρ του

Ανασαίνω το πρώτο Φως
Κι έχω τη γεύση όλων των ανήλικων ωκεανών
Της Δημιουργίας
Στα χείλη μου…

Αν θελήσω να πιω θα πεθάνω
Αν θελήσω να εισπνεύσω αναλώνομαι
Αν τολμήσω να εκπνεύσω…

Θα γεννηθώ ξανά
και δεν θα σε γνωρίζω...