Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

 


υδράργυρη κοίτη

 
Μου είπε και η φωνή του έτρεμε:
Ο λόγος, να ξέρεις
που τόσοι άνθρωποι απέμειναν μόνοι
και μόνοι βιώνουν όλο αυτό που τους ζώνει
δεν είναι πως μίσησαν τον κόσμο
και τους ανθρώπους εχθρεύονται
υπάρχουν μέρες που λιμοκτονούν
απλά και μόνο για μια αγκαλιά
για ένα κράτημα στο χέρι
για ένα χαμόγελο
απροϋπόθετο
είναι γιατί όλος αυτός ο κόσμος
είναι πελώριος, ασύλληπτος
και δεν το αντέχουν
η αναμέτρηση είναι ασύμμετρη
η ήττα βέβαιη
η συντριβή αναπόδραστη
κι ο έξω κόσμος
κι ο μέσα τους το περισσότερο
αν τώρα αναρωτιέσαι…
γιατί όσο περνούν τα χρόνια
θα το δεις κι εσύ
το έξω ολοένα και μικραίνει
και το εντός σου
μεγαλώνει και το χειρότερο
αγριεύει
και σε απειλεί με αφανισμό
όχι ο ξένος
ο άγνωστος
μα ο ίδιος ο εαυτός σου
όσα που πρόδωσες
έρχονται σαν άρπυιες τις νύχτες στα όνειρά σου
όσα που εγκατέλειψες
γίνονται σκιές στο νου
όσα που λησμόνησες
τώρα θυμάσαι και τρέμεις…
Και η μάχη σιωπηλή
που κανένας δεν την άκουσε ή θα την ακούσει
που ποτέ κανείς δεν είδε
ή θα δει
βιώνεται ολόκληρη
άγρια και θυελλική
εντός σου…
Κι έτσι
μην τους κακιώνεις
και μην παρεξηγείς
τα χαμηλωμένα βλέμματα
το βλοσυρό το βλέμμα
τις μισές κουβέντες
δεν απευθύνονται σε σένα
σε κανένα
είναι που μέσα επιστρέφουν
κι έρχονται πάλι πίσω
σαν κραυγές
και γίνονται κάποτε οιμωγές
και λυγμοί και κόμποι
την ανάσα κόβουν
το χτύπο της καρδιάς
τη γλυκιά καλημέρα σκοτώνουν
τα βράδια οι αποχαιρετισμοί
ο ύπνος στο ιδρωμένο στρώμα
ο έρωτας
στο στεγνωμένο στόμα…
κι έτσι
μην τους παρεξηγείς
μην τους κακιώνεις
που σου αρνούνται κάποια επαφή
και κάποια σχέση
παλεύουν διαρκώς
μάχονται
δεν αναπαύονται στιγμή
και δεν στο λένε
από συμπόνια…
και δεν το μοιράζονται
από στοργή…
και δεν το μοιράζονται
μα το άχθος ολόκληρο βαστάνε
και περπατάνε ως της Αίτνας το στεφάνι
ως του Αχέροντα την υδράργυρη κοίτη
μοναχοί…

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

 


‘Πρόκειται’…

 

Αυτή θα είναι πάντοτε

η μεγάλη ώρα

όταν λοιπόν

αυτό που μειονεκτεί

ορθώνεται αλυχτώντας

για να κλονίσει

αρμούς και λόγους

έθη και τρόπους

ειναιικούς και αρχαίους

κι αυτό που υπέρκειται

έχει θολές ανταύγειες

ρηγματώσεις

και ποδάρια πήλινα

 

και τι παράξενο

σε τούτη την άβυσσο του στιγμικού

και υποκειμενικού ‘πρόκειται’

μονάχα η αλήθεια εισέρχεται

ολόκληρη

και ακέραια βγαίνει

και ντυμένη

εαυτικό φως

και άρνηση γενναία

ν’ αναλωθεί

απ’το ‘ποτέ δεν πρόκειται’…

 

 

φ Antonio Grambone

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

 





Σπηλαιώτης…




Κρεμασμένος

ανάποδα

γεννήθηκες

τυφλός

κι ανδρόγυνος



απ’ τα μαστάρια της Κίρκης

βρεφουργήθηκες

και μέσα

στο εντάφιο ήπαρ

ονειρεύεσαι άγρυπνος

και ταξιδεύεις υπνωμένος



το βλέμμα σου διατρέχει

όσα ο νους αρνείται ν' απογράψει

στερεώματα φωτιάς

και σύμπαντα λεπρά

σταυρωμένων ανάπηρων θεών



κάθε αυγή

απ’των θεών το σπέρμα

οξείδωση

και κάθε βράδυ

απ’το ανθρώπινο αίμα

αποτοξίνωση



ο λαιμός σου

όλος μια φλέβα από γρανίτη

μέσα της ρέει ο ουράνιος αρχαίος πόνος

και αλυχτώντας χύνεται απ’το στόμα σου

ο Αδάμ

κάθε που ανασαίνεις



σπηλαιώτης

ραντισμένος

απ’την κλινική αθανασία

της Νύχτας



ο λυγμός σου

αρμέγει όλο το αμνιακό υγρό

της μέδουσας εταίρας αρπάγης

και σε λερώνει αμαρτία και φθόνο



άπληστος

ηδονισμένος

ρουφάς ως την τελευταία σταγόνα

την προστυχιά  της Ειμαρμένης



κάθε αυγή

απ’των αγέννητων άστρων το τραγούδι

μεθυσμένος

και κάθε νύχτα

η μοναξιά σου

σπηλαιώδης σπαραγμός

κι ο εαυτός σου ξένος…

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

 



Χάθηκες…
Που ήσουν;
Έλειψες καιρό… πολύ καιρό…
Κι είχα αρχίσει να το συνηθίζω
Ήσουν μαζί μου βέβαια
Το ξέρεις
Ήσουν εντός μου
Όμως γυρνούσα πάντα το κεφάλι στις γωνιές των δρόμων
Μην τύχει να σε δω
Το βήμα σου…
Εκείνο το αντάρτικο χαμόγελο
στα μάτια σου…
την ενοχή
πως πάλι άργησες, πάλι έπρεπε να περιμένω…
Δυο λεπτά ή τρία ή πέντε το πολύ…
Δεν μου είχε περάσει απ’το νου
πως θα έρχονταν οι εποχές που τα λεπτά θα ήταν ημέρες
μήνες και χρόνια…

Είχες χαθεί… που ήσουν;
Έλειψες καιρό…
Εχθές μονάχα έγινε ένα μικρό θαύμα
και σε αντίκρισα μες στο δωμάτιό μου!
Καθόσουν στην καρέκλα μου
Φορούσες ένα μπλουζάκι μου
Όπως τότε
Πάλευες, νομίζω
να χαμογελάσεις πάλι
Αλλά έμοιαζε με μορφασμό πόνου τούτο το χαμόγελο
Έψαξα για το βλέμμα σου
Μα εσύ κοιτούσες χαμηλά…
Ζύγωσα με την καρδιά μου ανάστατη
να νιώσω την αύρα σου, το άρωμά σου
μα μόλις σε πλησίασα αρκετά
στη στιγμή
χάθηκες πάλι…

Κι ωσότου η οδύνη από αυτό το νέο χωρισμό
να γίνει σύννεφο ή σκιά και να διαλυθεί στο άπειρο
άκουσα τη φωνή σου σιγανή
να έρχεται
σαν ψίθυρος
Λησμόνησέ με…

κι έγειρα στο κρεβάτι μου
μαζί με τη σιωπή μου
μαζί με την κραυγή μου
μαζί με το τίποτα
που είχε για μια στιγμή άφατης ηδύτητας
γεμίσει με το όλο…

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

  

Δμωή ιαχή

 

Το σώμα
ταρακουνήθηκε απ’την ερμαφρόδιτη σκέψη
του Ενός

ζεσταινόταν το θηλάζον έμβρυο
στο χώμα
κι εκεί
στερημένος από τον αγαπημένο μου
μέλανα ήλιο

σε σχημάτισα
σε υλοποίησα
σε λάτρεψα

ως την πιο απόμακρη ώρα
που στις ιαχές του ονείρου
μοιάζει άυλη
αλλά δεν είναι

ως την ιαχή
μέσα απ’την ειρκτή μου
που φιλοξενεί εμάς
κι έναν ακόμα

που σταγόνα σταγόνα
μας αφομοιώνει

εκείνος
αυξάνει

εμείς

ηδονικά
τε-λειώνουμε…



"Blue apple "

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

 


Απρόσαπτη πόλη


Ωραία η πόλη
η απρόσαπτη πόλη
έχει βγάλει πλοκάμια
και πνίγει τους ανθρώπους
τους ζεσταίνει πρώτα
μέσα στο πύο της νύχτας
κι έπειτα
με άφατη στοργή
τους μαραζώνει
και τους πνίγει...

Χαμογελάει η ανείδεη πόλη
χωρίζει τους εκλεκτούς
απ'τους γονείς τους
θρέφει τις νεκροκόμες θυγατέρες
με όνειρα
κλείνει στο ρυπαρό της πέπλο
όσα δεν αρμόζουν στο λυγμό της

Αργοπεθαίνουν όλοι
ευτυχισμένοι

δηλητηριασμένοι
όχι από θάνατο
αλλά από ζωή

από την πρώτη ώρα
που το λαιμητόμο τραύμα
τους σημαδεύει στο υπογάστριο
από την πρώτη στιγμή
που το ακόντιο του Δολιοφθορέα
τους διαπερνά κατάστηθα

από την πρώτα ανάσα
στο τοξικό της αίμα

αργοπεθαίνουν

μολυσμένοι όχι από θάνατο

αλλά από ζωή...

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020


Σκιάχτρο


Το βλέμμα σου
Αναζητώντας έναν διαλύτη σκότους
Ακρωτηρίασε όλους τους ουρανούς
Κι έχει ξεχυθεί
Σαν άτακτο παιδί
Στις εξοχές της Άβαλον

Αναρωτιέσαι ακόμη (;)
Άξιζε όλη αυτή τη σπατάλη ανθρώπων
Η Δημιουργία;

Το σώμα σου
Είδες σταυρωμένο σκιάχτρο
Να επιτηρεί την κληρονομιά του Πατρός

Κι αρνιέσαι ακόμα την συμβασιλεία
Γιατί τάχα γεύτηκες το νόστιμο καρπό
Και δεν ξέρεις
Ότι η σοδειά ήταν μολυσμένη
Και αργοπεθαίνεις…

Κι όμως
Στερεωμένος στο ευρύστερνο παθείν
Που δεσμεύτηκες να υπηρετήσεις
Κολακευμένος
Ανοίγεις το στόμα σου
Με τα σαπισμένα δόντια
Και χαμογελάς

ι έτσι) απαντάς
Σε όλα σου τα ερωτήματα
Κάθε πρωί
Λουσμένος από την αυθάδεια
Του ακριβού σου σπέρματος…

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020


Ένα μικρό χαμόγελο
ψελλίζω
μου ήταν αρκετό
κι όμως δεν ήταν…
ποτέ δεν ήταν…
τριάντα χρόνια κρυβόμουν
στο μακελειό του αγώνα
συνωμοτούσα εναντίον σου
παρίστανα τον σύμμαχό σου…

όταν ακούω τον εαυτό μου
η φωνή βγαίνει απ’τα συρτάρια
κι απ’τους ξυσμένους τοίχους
κι απ’τα βρόμικα παράθυρα
κι απ’ τα ελεεινά παπούτσια
δεν βγαίνει από στόμα αυτή η φωνή

κι όταν με αντικρίζω
βλέπω το πρόσωπο ενός άλλου
ενός που ντύθηκε το χώμα
ενός που πλύθηκε το αγοραίο
ενός που αγόρασε ακριβά το χθες
για να το ξεπουλήσει στο αύριο

ενός που αρκείται στο ίδιο ψέμα
για να κουβαλάει την κάθε νύχτα
ως το επόμενο πρωινό

και να σηκώνει απ’το κρεβάτι
μαζί με το λερό του σώμα


και μια θηλιά από αγκάθια…